Δεσποινα Δουκα: Ομιλια κατα την παρουσιαση του βιβλιου: "Ψιτ Ψιτ…ακουει κανεις"

«Χαρτογράφηση ζωής: Ψιτ Ψιτ…ακούει κανείς; της Βαρβάρας Βαγιάκου-Βλαχοπούλου»

Αγαπητοί φίλοι και αγαπητές φίλες της Λήμνου και του βιβλίου,

Απόψε θα μιλήσουμε για διηγήματα. Μαζί με τη νουβέλα και το μυθιστόρημα, το διήγημα είναι ένα από τα τρία βασικά είδη της αφηγηματικής πεζογραφίας. Με αρχαίες καταβολές, το διήγημα, στη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα, εμφανίστηκε στη δυτική λογοτεχνία κυρίως από το 1830 και μετά, και φιλοξενήθηκε κατά βάσιν στις εφημερίδες της εποχής βρίσκοντας μεγάλη ανταπόκριση στο αναγνωστικό κοινό, γεγονός που καθόρισε και τα βασικά χαρακτηριστικά του: το διήγημα «παραδοσιακού» τύπου είναι μια σύντομη αφήγηση, συνδυασμός λιτότητας και πυκνότητας τόσο στη γλώσσα όσο και στο περιεχόμενο. Αφηγείται μια ιστορία που επικεντρώνεται γύρω από ένα βασικό γεγονός, με έναν κεντρικό ήρωα, αποτυπώνοντας  ένα επεισόδιο από τη ζωή του πρωταγωνιστή, που αποδεικνύεται ιδιαίτερα σημαντικό για τη ζωή και τη μοίρα του ή και για τη μοίρα του συνόλου.

Η σύνθεση ενός διηγήματος είναι ένα στοίχημα. Ο διηγηματογράφος καλείται να περάσει με επιτυχία από το ειδικό στο γενικό: μέσα από την αφήγηση μεμονωμένου επεισοδίου, να προσφέρει στον αναγνώστη μια πλήρη ηθογράφηση και ψυχογραφία του πρωταγωνιστή, καθώς και μια συνολική αίσθηση της ζωής του ή ένα συνολικό μήνυμα ζωής. Απαιτείται συνεπώς, εκτός της λιτότητας και της πυκνότητας, προσεκτική επιλογή του θέματος, επιτυχημένος συνδυασμός αφήγησης, διαλόγου και περιγραφής, σωστή χρήση της γλώσσας, αρχιτεκτονική διάρθρωση της πλοκής, ακριβής λειτουργία των λίγων δευτερευόντων προσώπων και γεγονότων ώστε να φωτιστεί το βασικό γεγονός ή να συμπληρωθεί η ψυχογραφία του πρωταγωνιστή.[1]

* * *

Τον τόμο διηγημάτων Ψιτ Ψιτ…ακούει κανείς; της Βαρβάρας Βαγιάκου-Βλαχοπούλου παρουσιάζουμε απόψε στον φιλόξενο χώρο του Γυμνασίου Μύρινας/Δημοτικού Σχολείου Μούδρου. Όπως ήδη ακούσατε και ενδεχομένως οι περισσότεροι γνωρίζετε, η Βαρβάρα Βαγιάκου έχει ήδη και επανειλημμένα ασχοληθεί με την πεζογραφία (αλλά και με την ποίηση). Μετά από τα μυθιστορήματα Σαν φυλακτό από τη Σμύρνη (Καλέντης 2003), Επάγγελμα: Οικιακά (Καλέντης 2007), Τι άρωμα φοράς γιαγιά; (Σιδέρης 2019), τους τόμους αφηγήσεων-μαρτυριών Με βοριάδες και νοτιάδες (Γκόνης 2001), Να μη ξεχνάς, είν’ αμαρτία να ξεχνάς (Λύχνος 2013), το θεατρικό Το παραμύθι του γάμου και τον τόμο ποιημάτων Στης Μάντρας τα Τραχώματα (Λύχνος 2014), κυκλοφορεί το 2020 ο τόμος διηγημάτων Ψιτ, ψιτ, ακούει κανείς; από τις εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη.

Στις 216 σελίδες του φιλοξενούνται 29 διηγήματα. Το σημείωμα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου χαρακτηρίζει τα 10 εξ αυτών «Χριστουγεννιάτικα», ενώ ο τόμος αφιερώνεται «σ’ αυτούς που ονειρεύονταν τις αγριοβιολέτες στα λιβάδια και η ζωή τούς έμαθε να μαζεύουν κυκλάμινα στους γκρεμούς. […] τους διακριτικά ΔΙΑΚΡΙΤΟΥΣ.
[…] στους ξεχωριστούς […] πρωταγωνιστές του παρασκηνίου.
Σ’ αυτούς που αξίζουν το χειροκρότημα της ζωής!!!»,[2] σκιαγραφώντας έτσι και τους ήρωες των αφηγημάτων αλλά αποκαλύπτοντας και τη συγγραφική πρόθεση.

Ο τίτλος του τόμου αντλείται από το ομότιτλο, 5ο κατά σειρά αυτοβιογραφικό διήγημα, όπου η τετράχρονη Βαρβαρούλα με τους δυο φιόγκους στα μαλλιά δέχεται μια χούφτα σοκολάτες ως δώρο ενός Άγγλου στρατιώτη στο τέλος της Κατοχής, τη «στερημένη γεύση της κατοχής», τη «γλυκιά γεύση που κανένας πόλεμος δεν δικαιούται να στερεί από τα παιδιά».[3] Τοποθετούμενος ως προμετωπίδα του τόμου και εκπροσωπώντας το σύνολο των διηγημάτων, ο τίτλος οπωσδήποτε διευρύνεται σημειολογικά καθώς απευθύνεται διακριτικά και χαμηλόφωνα σε κάθε αναγνώστη, αναζητώντας ευήκοον ους για τις ιστορίες των καθημερινών «διακριτών» ανθρώπων που περιέχει.

Η προσωπική μοίρα (τραγική στα περισσότερα διηγήματα) των πραγματικών ή φανταστικών προσώπων διαπλέκεται με τα γεγονότα της τοπικής ιστορίας ή τις αλλαγές στην καθημερινότητα της μεγαλούπολης. Τα διηγήματα διαδραματίζονται στην Λήμνο (Μύρινα και Μούδρο κατά βάση) και στα τοπία της παιδικής ηλικίας, της εφηβείας και της νεότητας, ή σε περιοχές της Αθήνας. Ένα διήγημα, με τίτλο «Η Μαρία», διαδραματίζεται στην Ιταλία. Ο χρόνος των διηγημάτων είναι η περίοδος από την Κατοχή έως σήμερα.

Ψαράδες, αγρότες, ορφανά, στοργικές θετές μητέρες και θείοι, υπηρέτριες, ξενιτεμένοι, καρποί απαγορευμένου ή εκτός γάμου έρωτα, θύτες και θύματα με μυστικά και κρυμμένα σκάνδαλα, πρόσφυγες, πραγματικά πρόσωπα της ζωής της Λήμνου: οι ήρωες των κειμένων, «πρωταγωνιστές του παρασκηνίου», είναι φορείς και εκφραστές δεδομένων, ζητουμένων και αναζητήσεων της εκάστοτε εποχής. Η ξενιτιά και δη η μοίρα των ξενιτεμένων κοριτσιών, τα «Ελβετικά» και η ιστορία τους, η εκτέλεση των Λημνιών αγωνιστών από τους Γερμανούς στο Ανδρώνι, τα βάσανα των υπηρετριών στα πλουσιόσπιτα, η Κατοχή στην Λήμνο, η μοίρα της φτωχολογιάς, η διαπλοκή του χθες με το σήμερα. Τα πλαισιώνουν, ως σκηνικά της δράσης, τα Ελβετικά και η Αγία Βαρβάρα, το Ανδρώνι, ο Ρωμέικος Γιαλός, η Αυστραλία και το Κογκό, η Μύρινα και ο Μούδρος. Αλλά και η Νέα Σμύρνη της κρίσης, η Αθήνα από του Ρέντη και τον Κηφισό έως την Δάφνη και την Γλυφάδα.

Σταθερή είναι η παρουσία της πρωτεϊκής Λήμνου σε μεγάλο αριθμό διηγημάτων: η Λήμνος με το κονταροχτύπημα των εποχών, με τα αμπέλια της, με τις αμμουδιές της, με τις θαλασσοταραχές της, η Λήμνος τόπος νοσταλγίας και τόπος που διώχνει τα παιδιά του, «γη σκληρή, απότιστη, σκασμένη από τον βορριά που φύσαγε δαιμονισμένα»[4] αλλά και λόγος για να επιλέξει κάποιος να πολεμήσει για τη ζωή και να μην παραδοθεί στον θάνατο, σύμφυρση αντιθέσεων και πολυπρόσωπη οντότητα, ορίζει τη μοίρα των ηρώων, μένει λίκνο των αναμνήσεών τους, διατηρεί το αποτύπωμά τους στον χωροχρόνο ακόμη και όταν αυτοί έχουν φύγει από τη ζωή, έχει «τη δύναμη της ρίζας»[5].

Στα διηγήματα του τόμου πορείες ζωής πραγματικών ή φανταστικών ανθρώπων αποτυπώνονται μέσα από συγκεκριμένα γεγονότα. Παράλληλα, αυτοβιογραφικά και συγκινησιακά φορτισμένα αφηγήματα όπως το αναφερόμενο στα τελευταία Χριστούγεννα του συζύγου της «Το φλουρί» ή το «Εσένα σκέφτομαι» ή «Το Μωσαϊκό», όπου η συγγραφέας και ο σύζυγός της λαμβάνουν τα διαφανούς συμβολισμού ψευδώνυμα «Κώστας» και «Μαρία», ή το «Ψιτ, Ψιτ, ακούει κανείς», «Το ξεχασμένο ασημόχαρτο» και ο «Σεπτέμβρης», ιδωμένα με τα μάτια της μικρής και της έφηβης Βαρβαρούλας-Μαρίας, λειτουργούν ως αναπληρώσεις. Προσφέρουν, ως κιβωτοί μνήμης, παρηγοριά για την απώλεια και στήριξη στο πέρασμα του χρόνου.

Κεφαλαιώδη προσωπικά και κοινωνικά θέματα συνιστούν τον θεματικό πυρήνα των αφηγημάτων καθώς «σαρκώνονται» στο πρόσωπο των ηρώων: η ξενιτιά ως νοσταλγία επιστροφής και ως καημός και προσμονή του ξενιτεμένου∙ ο απαγορευμένος έρωτας με τα τραγικά του παιχνίδια∙ οι παγίδες της μοίρας γνωστές μας ήδη από την αρχαία τραγωδία∙ το αντιμέτρημα της οικογένειας με τη θανατηφόρο νόσο και η κατάληξη του αγαπημένου προσώπου σε περιβάλλον θαλπωρής∙ η γεφύρωση του χάσματος των γενεών και της διάστασης καθαρεύουσας και δημοτικής με την αγάπη και ένα ζευγάρι «καλτσοπαντούφλες»∙ η παραμυθητική παρουσία της θρησκευτικής πίστης και της Εκκλησίας στη ζωή των ανθρώπων∙ η μοίρα του απόκληρου και του περιθωριακού∙ το παιδί εκτός γάμου που ζει με ψεύτικες προσδοκίες τις οποίες η ζωή παράξενα δικαιώνει∙ η ηλικιωμένη, που ζει με την ενοχική αγάπη για τα πουλιά και την απέλπιδη ελπίδα να γυρίσει ο πνιγμένος γιος της∙ η επιλογή να παλέψει για τη ζωή που κάνει μια γυναίκα με δυσοίωνες ιατρικά προοπτικές∙ το λειτούργημα του δασκάλου-ανθρώπου και η ευεργεσία προς τον προικισμένο πλην φτωχό μαθητή∙ η δύναμη της μητρικής καρδιάς που για χάρη του παιδιού της πολεμά και νικά την επάρατη νόσο κομίζοντας αισιοδοξία μέσα στη φρίκη του χημειοθεραπείου∙ η δύναμη της φιλίας και η παρηγορητική της ιδιότητα∙ η δωρεά οργάνων∙ η πραγματικότητα και η ψευδαίσθηση των διαδικτυακών επαφών∙ η ικανοποίηση ή η ματαίωση των προσδοκιών του παρελθόντος∙ τα δεινά των προσφύγων από την Συρία και το Αφγανιστάν και ο δρόμος της δικαίωσης στη νέα πατρίδα∙ ο κοινωνικός ρατσισμός εναντίον του ανάπηρου∙ η αλήθεια του αυθεντικού, του «είναι» αντί του «φαίνεσθαι» είτε στη φτώχεια είτε στον πλούτο ζει κανείς∙ το θαύμα μέσα στη δύσκολη και «αντιθαυματική» καθημερινότητα.

Τα διηγήματα δεν οδηγούνται πάντα στη «λύση» μιας θετικής κατάληξης. Στην πλειοψηφία τους συνιστούν πορείες ζωής προς τη λύτρωση, την κάθαρση ή την επιστροφή στη γενέτειρα, μελέτες θανάτου όπως το «Έβρεξε κοκκινόχωμα χθες βράδυ», δικαιώσεις της ανθρωπιάς και της αγάπης ή διαψεύσεις της αναζήτησης και της προσμονής, συνιστώντας έτσι ένα μωσαϊκό ζωής και συνδυάζοντας ηθογραφία, ψυχογραφία, ρεαλισμό και κοινωνικό προβληματισμό.

Η Βαρβάρα Βαγιάκου αξιοποιεί τεχνικές της γραφής: σημαντική είναι η περιδιάβαση στον τόπο και τη συλλογική και προσωπική ιστορία∙ κάποτε το ταξίδι στην προσωπική περιπέτεια είναι σημαντικότερο από τον προορισμό, το τέλος του αφηγήματος∙ η εμβάθυνση στην ανθρώπινη μοίρα και η διατήρηση διά της γραφής ενός κόσμου που άλλαξε ή η λήψη θέσεως απέναντι σε μεγάλα σύγχρονα προβλήματα είναι συχνά το ζητούμενο. Το χιούμορ, ενίοτε πικρό, οι ρητορικές ερωτήσεις, η εναλλαγή ευθέος και πλαγίου λόγου και η απεύθυνση σε β΄ πρόσωπο προς τον αναγνώστη υποστηρίζουν την αμεσότητα της διήγησης σε συνδυασμό με φιλοσοφικές τοποθετήσεις ή θυμόσοφες αποστροφές. Μια κουβέντα τα καλοκαιρινά βράδια στα μπαλκόνια για ζωές αγαπημένων που μας άφησαν ορφανούς θα μπορούσε να είναι τούτος ο τόμος. Περιγραφικές ή θεατρικές κορυφώσεις, συγκινησιακή φόρτιση, εικόνες με υπερθετική εκφραστική συμπληρώνουν την υφολογική σφραγίδα της Βαγιάκου. Αναδρομές στο παρελθόν που καλύπτουν και ερμηνεύουν συμπεριφορές και καταστάσεις του παρόντος. Η νοσταλγία για έναν κόσμο που χάθηκε, που άλλαξε είναι εμφανής: από τις καραμέλες ραντεβού, τα κοριτσίστικα φιογκάκια και τα αγιοστρατίτικα παντελόνια ως τα ξύλινα παρμακλίκια, τους μεγάλους Αιγυπτιακούς καθρέφτες, τα κόκκινα χαλιά με τις χρυσαφένιες βέργες σε μεγάλες σκάλες, η μοίρα των αντικειμένων συμβαδίζει και γίνεται μοίρα των ανθρώπων. Η γλώσσα μεταμορφώνεται σε μια διαδρομή από τη νοσταλγική περιγραφή τοπίων και προσώπων έως την απροκάλυπτη ερωτική εκφραστική ή τη στεγνή περιγραφή των κοινωνικών αδικιών και το φιλτράρισμα στιγμιοτύπων αλλοτινής ζωής από τον φακό του σήμερα, ενώ χιουμοριστικές αφηγήσεις όπως αυτή περί του κατοχικού «γαλέου σκορδαλιά», επιδιώκεται να λειτουργήσουν συμβολικά – στο παράδειγμά μας ως έκφραση της στάσης των Λημνιών προς τον Γερμανό κατακτητή.

* * *

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Επισημάναμε νωρίτερα ότι η συγγραφή διηγημάτων είναι ένα στοίχημα. Η Βαρβάρα Βαγιάκου φαίνεται ότι το κέρδισε. Η Βαρβάρα Βαγιάκου ξέρει να διηγείται ιστορίες.  Με την ευαίσθητη οπτική της προσεγγίζει γεγονότα και θέματα που έζησε ως πρωταγωνίστρια, ως συναγωνίστρια ή ως παρατηρήτρια, με υλικό προερχόμενο από το προσωπικό βίωμα και την ανάμνηση, από το «σεντούκι» των δύο οικογενειών, της δικής της και του συζύγου της, και από την παρατήρηση του ρευστού και ταχέως μεταβαλλόμενου κοινωνικού χώρου. Μια άλλη ζωή, μια άλλη τάξη πραγμάτων, το νησί μας όπως το έζησε η γενιά της Βαρβάρας Βαγιάκου-Βλαχοπούλου και η δική μας μετεχμιακή γενιά μέσα από τις διηγήσεις των προηγουμένων, συναντάται με ανοιχτά σύγχρονα θέματα που ταλανίζουν όλους, σε σύντομα κείμενα ρέοντα λόγου που προσφέρουν προβληματισμό και αισθητική απόλαυση σε μια χαρτογράφηση πλευρών της ζωής 80 ετών στην Ελλάδα. Σας εύχομαι καλή ανάγνωση!

Δέσποινα Ι. Δούκα,
Φιλόλογος

 

 


[1] Βλ. Ι. και Ν. Παρίσης, Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, ΙΤΥΕ Διόφαντος, ΥΠΑΙΘ, ΙΕΠ, Εκδόσεις Πατάκη Α.Ε., χ.χ., σελ. 49-51.

[2] Βαρβάρας Βαγιάκου-Βλαχοπούλου, Ψιτ Ψιτ…ακούει κανείς;, Εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, [Αθήνα 2020], Οπισθόφυλλο και Αφιέρωση σελ. 7.

[3] Όπου στη σημ. 2, σελ. 56.

[4] Όπου στη σημ. 2, σελ. 99.

[5] Όπου στη σημ. 2, σελ. 195.