Ομιλια της φιλολογου Κας Μαριας Παπαπαναγιωτου στην παρουσιαση του βιβλιου« Τι αρωμα φορας γιαγια;»

Καλησπέρα σας και από εμένα
1η Αυγούστου. Τέτοια μέρα αρκετά χρόνια πριν, σε μια παρουσίαση βιβλίου αγαπημένου φίλου, καλή ώρα σαν κι απόψε, πρωτοσυνάντησα την κ. Βαγιάκου-Βλαχοπούλου. Το μόνο που γνώριζα γι΄αυτήν μέχρι τότε ήταν η αδιάκοπη δράση της στο Λύκειο Ελληνίδων. Θυμάμαι ότι το βλέμμα μου σταμάτησε πάνω της, καθώς απέπνεε μια περηφάνια και μια ευγένεια ψυχής μοναδική…Και τότε άρχισε να μιλάει, να μιλάει με ένα λόγο χειμαρρώδη, σαγηνευτικό, ταξιδιάρικο, για ένα βιβλίο, καταπληκτικό μεν, που καμιά οσμή, όμως, δεν είχε από ποίηση και λογοτεχνία, καθώς εκτεινόταν σε ένα χώρο διαφορετικό, ήταν ένα βιβλίο μαγειρικής.. Εντυπωσιάστηκα, μπορώ να πω. Έκτοτε τη συνάντησα πολλές φορές, πάντα από την πλευρά του παρατηρητή και του εξερευνητή που προσπαθεί να ανιχνεύσει μια προσωπικότητα μέσα από τα στοιχεία που έχει μπροστά του και με την άδεια που του δίνει η φαντασία να σκιαγραφεί χαρακτήρες χωρίς να λογοδοτεί για τις παρεκβάσεις του. Επιχειρείστε το. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον.
Το περασμένο καλοκαίρι μια ευτυχής συγκυρία και μια μεγάλη γιορτή για τον ελληνισμό του εξωτερικού μας έφερε σε ουσιαστική επαφή. Νιώσαμε από την πρώτη στιγμή βαθιά αμοιβαία εκτίμηση κ ήρθα σε πρώτη γνωριμία με τη λογοτέχνιδα πια, κ.Βαγιάκου-Βλαχοπούλου.
Όταν μου έγινε η πρόταση να παρουσιάσω το καινούριο της βιβλίο κι αφού μέσα από δεκάλεπτες τάχα συναντήσεις που δεν τελείωναν όμως ποτέ, γιατί δε θέλαμε να τελειώσουν, γνώρισα τον άνθρωπο Βαρβάρα, φούσκωσα από περηφάνια και στέναξα από το βάρος της ευθύνης να ανταποκριθώ με αξιοπρέπεια σε ένα βιβλίο και σε ένα άνθρωπο που του ταιριάζουν μόνο τα εξαιρετικά και πολύτιμα.
«Τι άρωμα φοράς, γιαγιά» Ο τίτλος και μόνο σε ζαλίζει. Το Gloria Wantemberg, έψαξα να το βρω είναι η αλήθεια, αλλά δεν τα κατάφερα, κυριαρχεί στο χώρο. Μια ξεχωριστή σχέση γιαγιάς κι εγγονής, μιας γιαγιάς που δε μυρίζει ψημένο ψωμί και θυμάρι, -όχι ότι η υπέροχη κ. Βαρβάρα μας υστερεί ελάχιστα σε αυτό τον τομέα-, αλλά Gloria Wantemberg, και μιας εγγονής που μαζεύει ψηφίδα ψηφίδα την πείρα της ζωής και τη μετουσιώνει σε λόγο και ταπεραμέντο.
Κοίταξα το εξώφυλλο. Νοσταλγικό, απίστευτα ταιριαστό με το χειροποίητο σεμέν της μητέρας μου, το χαλί Ανατόλια που στόλιζε τη σάλα του πατρικού μου και τη φορτωμένη βιβλία βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Κι ένα φωτογραφικό άλμπουμ ανοιχτό, έτοιμο να δεχθεί τις αναμνήσεις της ψυχής, που άλλοτε την ευφραίνουν κι άλλοτε την καταποντίζουν στα βάραθρα της απώλειας .
Η μικρή Βαρβάρα, η γλυκιά κι αφοπλιστική αθωότητα της παιδικότητας, η ευφυΐα και οι ευαίσθητες κεραίες μιας εύπλαστης παιδικής ψυχής, που όμως διαπλάθεται αργά, προσεκτικά, με διακριτικότητα, από μια γιαγιά που δε θέλει να επέμβει καταλυτικά και σαρωτικά, αλλά έξυπνα, με μαεστρία· που παρακολουθεί τα βήματα, ανησυχεί, αλλά διδάσκει, όχι με κατήχηση και με στοιβαγμένα «πρέπει», αλλά με «μελέτες περίπτωσης». Η ζωή κοντά της: ένα απαιτητικό μεταπτυχιακό, κι η μικρή Βαρβάρα εκεί, πάντα να αριστεύει, αβίαστα σχεδόν, γιατί τέτοια είναι η πάστα της, γιατί τη σπούδασε τη ζωή δίπλα στη γιαγιά Βαρβάρα. Και καθώς τα χρόνια περνούν, οι ρόλοι αντιστρέφονται. Η μικρή χαριτωμένη και πανέξυπνη διδασκόμενη, γίνεται με τη σειρά της ο φάρος στη ζωή της μεγάλης Βαρβάρας. Η Βαρβαρούλα γίνεται Βέρα, το χαρισματικό πλάσμα μετατρέπεται σε χαρισματική γυναίκα και το δάνειο της ψυχής που δέχτηκε όλα τα προηγούμενα χρόνια ξεπληρώνεται με τη λύτρωση της πληγωμένης και αποσυρμένης πια γιαγιάς.
Η μεγάλη Βαρβάρα, μια γυναίκα σίδερο και συνάμα ευάλωτος ανθός, ένας άνθρωπος με μνήμες και αξίες ακατάλυτες, μια μαχήτρια της ζωής και του θανάτου, που δε φοβάται να ομολογήσει τις αδυναμίες της και να μας κάνει μετόχους στα μονοπάτια της ψυχής της. Μια γυναίκα που ερωτεύτηκε πολύ, που πόνεσε πολύ, που πάλεψε πολύ, που αγάπησε πολύ, όλα σε υπέρτατο βαθμό, και που η μικρή Βαρβάρα γίνεται ο καθρέφτης της, ο αναμοχλευτής του παρελθόντος και η κινητήριος δύναμη της για τη ζωή.
Και μέσα από αυτές τις δυο υπέροχες γυναικείες προσωπικότητες, ένα ταξίδι, παράλληλα, στην μνήμη, ιστορική και προσωπική, μια αδιάκοπη εναλλαγή στο χωροχρόνο, μια αβίαστη μετάβαση στο χθες και στο σήμερα και στο προχθές και στο αύριο, που, όμως, δε σε κλυδωνίζει, έρχεται απόλυτα φυσικά και σε παρασύρει από το Ρωμαίικο στην Τυνησία, από την Αθήνα στο Μιλάνο και την ίδια στιγμή στην αυλή της Ευαγγελίστριας, από το Λονδίνο στο Παρίσι. Ταξιδεύουμε, ταξιδεύουμε μαζί με τη σκέψη της συγγραφέως και επισκεπτόμαστε διάφορους σταθμούς της ζωής της, σταθμούς που την καθόρισαν και τη σημάδεψαν.

Με την ιδιότητα της φιλολόγου θα μπορούσα να σας μιλήσω για ανάδρομες και πρόδρομες αφηγήσεις, για εκπληκτικούς εγκυβωτισμούς, για τη ζωντάνια που δίνει στο κείμενο η αυτοδιηγητική αφήγηση, για τις επιβραδύνσεις και τις επιταχύνσεις του κειμένου, για την εσωτερική οπτική εστίαση, για όλες τις αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιεί με μαεστρία η συγγραφέας. Θα μπορούσα, επίσης, να σταθώ στη γλώσσα, μια γλώσσα δουλεμένη στη λεπτομέρεια, λέξεις επιλεγμένες με προσοχή που ανταποκρίνονται στην ετυμολογία του όρου «λογοτεχνία», ο οποίος έχει εκφυλιστεί τα τελευταία χρόνια με αναγνώσματα του σωρού. Όχι, η συγγραφέας δεν επιδιώκει το βιβλίο της να είναι εύκολο, επιδιώκει να είναι μεστό, μεστό από γλωσσικούς θησαυρούς, μεστό από νοήματα, μεστό από συναίσθημα, προσεγμένο στην κάθε λεπτομέρεια. Δε θα σταθώ, όμως, ούτε σε αυτή τη λεπτομέρεια που κάνει «το άρωμα» ιδιαίτερο. Θα σταθώ στους χαρακτήρες, γιατί αυτοί με γοήτευσαν, αυτοί με άγγιξαν και με παρέσυραν.
Η Κατερίνα κι η Νατάσσα, η περήφανη κι αξιοπρεπής υπάλληλος που γοητεύτηκε από τον ωραίο και πλούσιο εργοδότη κι η μικρή έφηβη που διεκδικούσε το δικαίωμα να γνωρίσει τον πατέρα της, Η Μαριορή, που άφησε τα όνειρα και τη ζωγραφική, για να συμβιβαστεί στη μίζερη πάλη της καθημερινότητας, στάθηκε, όμως, αγγελικά σαν σκέπη πάνω από τα κεφάλια των παιδιών της, ακόμα κι όταν έφυγε από τη ζωή. Η Βέρα κι η Λυδία, οι δυο φίλες, δεμένες με το «γόρδιο δεσμό» και ένα μάθημα ζωής, μια καρδιά μεταμοσχευμένη σε ένα τρίτο πρόσωπο, που χτυπούσε ρυθμικά και δήλωνε την παρουσία της στους αγαπημένους της. Η Ελένη, η νεαρή μητέρα που πάλεψε με νύχια και με δόντια και νίκησε τις πρώτες μάχες με τον καρκίνο, γιατί έπρεπε να αγκαλιάσει το νεογέννητο γιό της, γιατί του το χρωστούσε, του είχε υποσχεθεί πως θα ζήσει, για να χορταστούν. Γυναίκες όλες, ιδιαίτερες, μαχήτριες, πιόνια στο παιχνίδι της ζωής, αλλά και αποφασισμένες να επιβιώσουν με τους κανόνες που εκείνες θέλησαν να θέσουν, όλες πρότυπα θυσίας, πόνου, αλλά και αμέριστης αγάπης.
Κι ο άντρας; Δεν έχει θέσει στη ζωή τόσων γυναικείων χαρακτήρων; Πώς θα μπορούσε να λείπει. Εμφανίζεται πάντα τη στιγμή που η Βαρβάρα, η μικρή ή η μεγάλη, τον χρειάζεται. Ο Κώστας είναι πάντα εκεί να φέρνει γαλήνη και ηρεμία, όταν η τρικυμία αναδεύει την ψυχή των αγαπημένων του, είναι εκεί να τις κανακεύει και να τις δυναμώνει, όταν νιώθουν αδύναμες, είναι εκεί ακόμη κι όταν λείπει…Ίσως είναι ακόμα περισσότερο εκεί, όταν λείπει.
Ένιωσα διαβάζοντας το διήγημα ότι η συγγραφέας μου άνοιγε παραθύρια να μπω στη ζωή της, με άφηνε να μοιραστώ στιγμές μαζί της, στιγμές πολύ προσωπικές, απόλυτα δικές της και την ευχαριστώ θερμά γι΄αυτό. Την ακολούθησα στα ταξίδια της, βίωσα τις ωδίνες του τοκετού της, μπήκα στην κάποιες φορές εμμονική σκέψη της και στις φοβίες της, ένιωσα τη λαχτάρα της να γίνει γιαγιά, την αγωνία της για τα βήματα της Βαρβαρούλας, την περηφάνια της, καθώς την παρακολουθεί να μεγαλώνει, τον ανείπωτο πόνο του βίαιου χωρισμού από τον αγαπημένο της. Ξέρετε, δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να ανοίγουν παράθυρα στη ζωή τους, μα
- Όταν ανοίξει ένα παράθυρο θα ’ναι παρηγορία-
όπως πιστεύει κι ο Αλεξανδρινός ποιητής, κι η παρηγοριά αυτή αγκαλιάζει και τη δημιουργό και τον αναγνώστη που νιώθει ότι τον εμπιστεύονται, ότι κάποιοι τον θέλουν ακροατή και συμπορευτή στο βίωμα, στη χαρά και στον πόνο.
Σκόπιμα άφησα τελευταία στην αναφορά μου την δυνατή σχέση που καθόρισε τη ζωή δυο σοφόκλειων χαρακτήρων του βιβλίου, της Μαρίας και της Λίζας, δυο χαρακτήρων που ματώνουν και γρατζουνούν και τη δική μας ψυχή, δυο χαρακτήρων πιο αληθινών από τα αληθινά και τα αυθεντικά αυτής της ζωής. Σύμβαση τα ονόματα, σύμβαση της Βαρβαρούλας και της γιαγιάς της, σύμβαση παραμυθιού που δεν καταφέρνει να μας απομακρύνει από την αλήθεια της ζωής. Η μνήμη εκεί, ζωντανή, να γλυκαίνει την απώλεια και να πληγώνει το παρόν. «Θυμάμαι, θυμάσαι, θυμόμασταν, για να ποτίζουμε το δέντρο και να το συντηρούμε», όπως αναφέρει η συγγραφέας, για να ποτίζουμε την κόκκινη τριανταφυλλιά και να μας δίνει κίτρινα τριανταφυλλιά, χνάρι παρουσίας τις στιγμές της αναπόλησης και της μοναξιάς, για να γευόμαστε τη σοκολάτα γάλακτος και να νιώθουμε τη γλυκιά βελούδινη αίσθησή της να κατακλύζει την ψυχή κι όχι τον ουρανίσκο μας, για να ανιχνεύουμε στον αέρα γύρω μας το Gloria Wantemberg και να επιστρέφουμε στο χθες, να αναζητούμε τοπία, πρόσωπα και στιγμές που χάραξαν ανεξίτηλα μια ολόκληρη εποχή, που φέρνουν συγκίνηση σε όσους τα γνώρισαν και τα αγάπησαν, αλλά και σε όσους βιώνουν τη ζωή με πάθος και αλήθεια στα αισθήματα. Και μέσα σε όλα αυτά, η μικρή Βαρβάρα που ζωγράφισε με τα πινέλα της, που «ζυμάρωσε» τον πόνο και την οδύνη και τον μετέτρεψε σε κάθαρση, που κληρονόμησε όλα αυτά τα σπουδαία και τα μεγάλα και τα έκανε μενταγιόν πολύτιμο να ακουμπά για πάντα στο στήθος της και να κουβαλά μνήμες, αξίες, πρόσωπα κι αισθήματα. Πόσο τυχερή η μικρή Βαρβάρα που προχωρά μπροστά με τέτοια παρακαταθήκη! Πόσο τυχερή η γιαγιά Βαρβάρα με τέτοιο βάλσαμο ψυχής! Πόσο τυχεροί εμείς, οι απλοί ακόλουθοι της γραφής που μας επέτρεψαν να τις γνωρίσουμε και να περιπλανηθούμε μαζί τους στις σελίδες της ζωής και των αυθεντικών δεσμών τους! Ευχαριστούμε κ. Βαγιάκου-Βλαχοπούλου που αγγίξατε ευαισθησίες μας που δε γνωρίζαμε, που γευτήκαμε το άρωμα σας και μοιραστήκαμε τη σοκολάτα σας.