ΓΑΛΕΟΣ ΣΚΟΡΔΑΛΙΑ

Δημοσιεύτηκε στις 30 Νοεμβρίου 2018 στην εφημερίδα ΛΗΜΝΟΣ

Στο μικρό ουζομπακάλικο στην είσοδο του χωριού ,ο Στέργιος ,παρέα με το δάσκαλο και μερικούς άλλους φίλους τα έπιναν ορθοί μπρος το πάγκο,πλεγμένες σκιές μέσα στο αρρωστημένο φως μιας λάμπας πετρελαίου.Κατοχή.Η πείνα πέρσευε,αλλα εκείνη τη μέρα πέρσεψε και η τύχη και τους χτύπησε την πόρτα ένας γαλέος.Τον είχε ψαρέψει απο βραδύς ο Πανάγος.Με κίνδυνο της ζωής του τον έκρυψε απο τον έλεγχο των Γερμανών και τον έφερε πρωί πρωί τυλιγμένο σε ενα παλιοτσούβαλο, μπεσκέσι στον φίλο του τον μαγαζάτορα.Δεν υπήρχε πια τίποτα να πουλήσει.Τα είχαν μαζέψει όλα οι Γερμανοί.Ετσι συγκέντρωνε κι εκείνος κρυφά και σιωπηλά τους φίλους του πίσω απο τον πάγκο και έπιναν κανά ουζάκι ,όταν το έβρισκαν,για να ξεφαρμακώνουν τη ζοφερή καθημερινότητα της κατοχής που έζωνε κάθε μέρα και πιο σφιχτά .
Ξημέρωναν Χριστούγεννα και καλύτερη μέρα απο τούτη δε θα έβρισκε ο Πανάγος για να βγάλει την υποχρέωση που είχε στον φίλο του το Μανωλιό.
Ετσι παραμονιάτικα ,στο βάθος της μισόφεγγης κουζίνας τους ,η κυρα του η Μαριωρή τηγάνιζε στα κρυφά ,ενα γαλέο κομμένο σε φέτες.Νωρίτερα είχε φέρει τα πάνω κάτω να εξοικονομήσει απο τη γειτονιά μερικές σκελίδες σκόρδο και με λιγοστό σουσαμέλαιο που φύλαγε σα γιατρικό στο ντουλάπι της θα χτυπούσε στο ξύλινο γουδί μια άπορη κατοχική σκορδαλιά ,μη μείνει ασυνόδευτος ο γαλέος.Νοικοκυραίοι άνθρωποι ήταν όλοι τους και καλοβολεμένοι ,όλα τα ήθελαν! Ας όψονται οι βρωμογερμαναράδες ...
Κρυφά το ενα,κρυφά το άλλο...τη μυρωδιά πως να την κρύψεις βρε αδερφέ;Αυτή είχε απλωθεί ανενόχλητη στον τριγύρω χώρο και είχε πάρει την κατηφοριά της αγοράς.Μες την παρθένα στεγνή ερημιά της κατοχής και των απαγορεύσεων ,η μυρωδιά τηγανητού ψαριού ξεχύθηκε σπάνιο άρωμα που μάζευε γύρω τις οσφρήσεις .Πόρτες και παραθύρια άνοιγαν για να πάρουν μια τζούρα...
Τζούρα πήρε και ο Max ο ανώτατος αξιωματικός της Γκεστάπο το δεξί χέρι του Κόνρατ .Έτυχε να περνά απο κει με το ευέλικτο τζίπ του .Τα ρουθούνια του τρεμόπαιξαν,πήρε βαθειά εισπνοή και ένας μορφασμός ευχαρίστησης με έντονη δόση απορίας εμφανίστηκε στο πρόσωπό του και έσπασε τη μονοτονία της παγωμένης του όψης.
«Stop» διέταξε στον οδηγό του.
Κατέβηκε ,του έκανε νόημα να φύγει και μόνος του προχώρησε σαν υπνοβάτης πάνω στη μυρωδιά.Χτυπά την πόρτα .Ο σκουριασμένος μεντεσές έτριξε,η πόρτα φοβισμένη άνοιξε και τα πρεσβυωπικά μάτια του παντοπώλη βγήκαν απο τα κοκαλένια άχρωμα γυαλιά του,σεργιάνι στην τρομάρα,αποφασισμένα να πάρουνε τα όρη και τα βουνά...να βγούμε στο αντάρτικο.
«Τι θέλει τούτος; Τη βάψαμε ,,,Κάμε κουμάντο συνήγορε» είπε και τραβήχτηκε στο πλάι να περάσει ο Γερμανός αξιωματούχος της Γκεστάπο ,δεξί χέρι του Κόνρατ.Ο χώρος μικρός το μυστήριο συμπυκνωμένο .
Ο Στέργιος, επιταγμένος νομικός της Γκεστάπο ,προσέφερε τις νομικές του γνώσεις ως συνήγορος των συμπατριωτών του και γνώριζε τον Μax .Τον πλησίασε του μίλησε στη γαλλική ,αυτός έδειξε να κατάλαβε,άπλωσε μια μάσκα ανθρωπιάς στο πρόσωπό του και βολεύτηκε ,ακουμπώντας τον αγκώνα του στον ταπεινό πάγκο των μερακλήδων .
« Φίλε ,πιάσε ενα ποτήρι και γέμισ´το»
Ο μαγαζάτορας που εν τω μεταξύ είχε μαζέψει γυαλιά και μάτια ,έκαμε ότι του ζήτησε ο Στέργιος και διστακτικά το πρόσφερε στον αναπάντεχο επισκέπτη .Και ο Max .. για πρώτη φορά έδιωξε το βούρδουλα απο τη ματιά του, κατέθεσε στον πάγκο τα βαριά του γαλόνια κι έδειξε πως ήξερε και να χαμογελά.Ποτήρι στο ποτήρι έδειξε πως ήξερε να τρώει και γαλέο σκορδαλιά...ξεκατουρήθηκε κιόλας.Έδειξε βρε αδερφέ ανθρώπινα στοιχεία .Δεν ηταν ο μαρμαρωμένος υποδιοικητής της Γκεστάπο με τη ματιά δρεπάνι.
« Που κατουράτε ;» νοηματοδότησε την ανάγκη του .
Καλύτερα να μην του έδειχναν και να τον άφηναν να κατουρηθεί πάνω του.Του έδειξαν όμως ...κι αυτός έπρεπε να ανεβεί την ξύλινη σώσκαλα που έβγαζε σε ένα ξεσκέπαστο ταρατσί ,με απροστάτευτα τα πλαϊνά του,για να συναντήσει ενα υποτυπώδες κατουρητήριο μετά δυσκολίας διακριτό .Έπεφτε κι ένα πλαγιαστό ψιλοβρόχι που θόλωσε περισσότερο τη ζαλισμένη απο το πιοτό ματιά του. Πολύ ήθελε να γίνει το κακό;.Ξεστράτησε,παραπάτησε και βρέθηκε στο κενό ,στριμωγμένος μέσα σε μια ρυπαρή σούδα,υγρή και ζοφερή,αποπατητήριο των βιαστικών.Μια σούδα που μεσολαβούσε ανάμεσα στο μπακάλικο και το διπλανό μαγαζί .
Μέσα στο ουζερί δε πήρε είδηση κανείς .Ο Max αργούσε και εύλογα κινητοποιήθηκαν να τον ψάξουν Max εδω Max εκεί ,ο Max πουθενά...άφαντος...Ώσπου μέσα απο τη σκοτεινή σούδα ακούστηκε το βογγητό του Το κέφι ολωνών βρέθηκε πάραυτα μπρος την κάνη του εκτελεστικού !
Έπρεπε να βρούνε τρόπο να τον βγάλουν.Έπρεπε πάση θυσία να βγει απο κει μέσα ζωντανός .Αν είχε σκοτωθεί,ποιος θα πίστευε ότι έπεσε μόνος του; Ποιός ; Ποιός;
«Για πες και συ ρε Στέργιο που είσαι δικηγόρος;»
« Κανένας» είπε ξερά κοφτά και βιαστικά ο Στέργιος και τους έσπρωξε προς τα σκαλιά .να τα κατεβούνε τροχάδην ο ένας καταπόδι του άλλου ,να βγούνε στο δρόμο .να μπούνε στη σούδα και να τον ανασύρουν ζωντανό. Ναι οπωσδήποτε ζωντανό .Αλλιως θα θεωρούνταν προβοκάτσια .Κι αυτός πια ...ένα βογγητό ακόμα δεν ήξερε να βγάλει;Ενα μόνο είχε ακουστεί και μετά τίποτα.Λες να τα είχε τινάξει; Λες να βρεθούνε απο το τσακίρ κέφι όλοι τους με το πτώμα του υπαρχηγού της Γερμανικής αστυνομίας ανα χείρας .Ηταν θα πούνε στο κόλπο και ο δάσκαλος του χωριού ...και ο συνήγορος .Θα μαρτυρούσε και ο σωφέρ του πως τον ειχε προ ολίγου αφήσει εκεί ....Όχι ...Όχι ...ούτε για αστείο δεν έπρεπε να περνά απο το μυαλό τους...κι αυτο το πούστικο είχε προλάβει κι είχε γίνει εφιάλτης.Με την βοήθεια μιας λάμπας πετρελαίου τον εντόπισαν και τον ανέσυραν,βαρύ,ασήκωτο,σκατωμένο.Κανείς τους δεν ηταν σε θέση να γνωρίζει αν ζούσε .Τον ξάπλωσαν φαρδύ πλατύ μέσα στο μισοσκότεινο ουζερί. Η μυρωδιά του σκατού πάλευε με την διάχυτη σκορδίλα.Μια έρπουσα ανατριχίλα πέρασε σα σούβλα απο το ινιακό στον κόκκυγα και μια κιτρινίλα χρωμάτισε θάνατο τα πρόσωπά τους.Κατακίτρινοι βλέπανε ο ένας τον άλλον. Σκηνή γκροτέσκα,μελοδραματική !
«Το Μαλάκα να φωνάξουμε...το Μαλάκα!»είπε ένας κι ένας άλλος άρχισε να τρέχει.
Δεν άργησε να εμφανιστεί τρεχάτος με την τσάντα παραμάσχαλα ο κύριος Μαλάκας με τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του που γυάλιζαν απο το ψιλόβροχο,σφηνωμένα στα ριζά της χοντρής του μύτης .Επίθετο να σου πετύχει κι αυτό! Άκου Μαλάκας γιατρός πράμα.Αντε να μη γνωρίζεις πρόσωπα και πράγματα και να εμπιστευτείς τη διάγνωση ενός Μυτιληνιού μαλάκα!
Με φανερή αγωνία άρχισε να τον εξετάζει. Κούνησε πέρα δώθε την ανατριχιαστική νεκρική μάσκα του Max .Σταμάτησε ...τα ρουθούνια του τρεμούλιασαν απορημένα στην πάλη των δυο μυρωδιών.
«Ήθελα νά ήξερα τι μεζέ τον ταΐσατε αθεόφοβοι.Με σκατά την κάνατε τη σκορδαλιά;» είπε και περιέφερε τη ματιά του στα γνωστά πρόσωπα των φίλων του.Ηταν κι ο ίδιος καλεσμένος στο γαλεοτσιμπούσι ,αλλά γεννούσε η κυρα- Μαριορίτσα και πηγαινοέρχονταν στο σπίτι της.Μερα που βρήκε κι αυτη να γεννήσει;Δεν έφτανε αυτό. αλλά ηταν πλευριτωμένη και η κυρά του η Πελαγία ,έπρεπε να της ρίξει βεντούζες και δεν έβρισκε οινόπνευμα.
Ακουστικά,πιεσόμετρο ,απο τη σαστιμάρα του έπιασε και το θερμόμετρο,μόνο κουταλάκι για τις αμυγδαλές του δε ζήτησε.
«Ζει γιατρέ ζει;» έπεφταν κανονιοβολιστές οι ερωτήσεις .Θαρρείς κι είχαν κληθεί οι ένοικοι του Πύργου της Βαβέλ σε γενική συνέλευση,ο ένας το μακρύ του κι ο άλλος το κοντό του .
«Τυχεροί ήσασταν...Ιν εχ´ τίποτις μωρέλια μ´μεθσμένος είνι ο μπάσταρδος...Α περάσ´.Κάμε έναν πκρό καφέ κυρά,α τον ποτίσομ´ α σνέρτ» είπε σε άπταιστα Μυτηλινιά ο γιατρός.
«Αν είναι μόνο μεθυσμένος αφήστε τον πάνω μου» είπε η κυρα Μαριωρή .Το αινιγματικό της ύφος έδειχνε πως κάτι ψαχούλευε στο μυαλό της .Αποτραβήχτηκε στην κουζίνα της.Κάτι τσίγκινοι ήχοι ακούστηκαν ,κάτι γουδοχεριές έπεσαν και νάτη να εμφανίζεται με τα Αϊβαλιώτικα γιατροσόφια στο τάσι.Απο δω τον είχε,απο κει τον είχε ,τον έστησε στα πόδια του.
« Ντρίνκι Ντρίνκι» ακούστηκε ζωντανεμένη η φωνή του και άρχισε να χειρονομεί ζητώντας πάλι να πιεί.
«Άντε άντε πάγαινε με τ´αγερούδ´ αρκετά μας κοψοχόλιασες απόψε, χώρια που μας χάλασες και την ουζοποσία .Πότε τώρα να ξαναβρεθεί γαλέος» είπε ο Στέργιος κι άνοιξε διάπλατα την πόρτα στο σκοτάδι.
Όλα συνηγορούσαν για τη γέννηση του Χριστού απόψε.Το μεστό κρύο,το ψιλόβροχο που έπεφτε πλαγιαστό...όλα ! Ομως θα αργούσε και φέτος ο Χριστός να γεννηθεί.Η καμπάνα περίμενε τη λήξη της συσκότισης για να σημάνει το Χριστός γεννάται δοξάσατε.
Κανείς τους βέβαια δε προθυμοποιήθηκε να τον συνοδέψει.Ο εχθρός είναι πάντα ύπουλος.Μπορει να ισχυριστεί πως σε κρέμασε στον σταυρό για να σε προσκυνά.
Τον άφησαν στο έλεος του ψιλόβροχου που κλαψούριζε μουρμουρητά καθώς συνέχιζε να πέφτει πλαγιαστό .Το πήρε καταπόδι.Το επιταγμένο κτήριο που στέγαζε την Γκεστάπο δεν ήταν μακρυά .Σε πέντε λεπτά θα ήταν και πάλι στο καθήκον.
Η ουζοποσία και μάλιστα με τον εχθρό ήταν παραβίαση καθήκοντος και το πλήρωσε ακριβά εξευτελίζοντας τα γαλόνια του που μύριζαν απαίσια ...όπως μύριζαν τα βρωμερά εγκλήματα ενός κατακτητή που δε μπόρεσε ποτέ του να αποτινάξει απο πάνω του τη ζοφερή του συμπεριφορά στην παγκόσμια Ιστορία...

Καλα Χριστούγεννα