ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ

"Στενοχωριόμουν που δεν είχα παπούτσια
μέχρι τη στιγμή που αντίκρυσα κάποιον δίχως πόδια"
Λουντέμης

Η απογευματινή χειμωνιάτικη λιακάδα σημάδεψε τα ψήγματα της θαλπωρής της και κρύφτηκε στον κόρφο της αστρομαντινάδας τ'ουρανού.

Η περιρρέουσα χαρά της αναμονής άπλωσε στην ατμόσφαιρα μια ευοσμία Χριστουγεννιάτικη. Οι τελευταίες παρέες των αγοριών με τις καράβες τους, έψαλαν τα κάλαντα, χουχούλιασαν τα ξυλιασμένα τους χεράκια και έκρυψαν ευλαβικά τα μπαξίζια τους στην τρύπα του καραβιού τους. Προφανώς οι μπαταρίες τους έπνεαν τα λοίσθια και τα φωτάκια που στόλιζαν τα ξάρτια, αναβόσβησαν θανάσιμα! "Τέρμα παιδιά τα μαζεύουμε, τέλειωσαν οι μπαταρίες σε λίγο δε θα βλέπουμε την τύφλα μας." είπε ο Κομνας κι ο Αποστόλης συμπλήρωσε "Άντε πάμε για τη μοιρασιά".

Ή τραμουντανα που άρχισε να φουσκώνει τους αφρούς της, έστελνε ένα χοντρό αγεροβόρι παγωμένο,που μας ανάγκασε να μαζέψουμε και μεις τα γυαλενάκια μας και να πάρουμε το δρόμο για τα σπίτια μας, ρουφώντας τις μύξες μας!

Πριν πάρω τη στροφή, γύρισα κι έκανα νόημα στο αφρισμένο κύμα... μη με ξεχάσει. Μέσα στου πελάγους τη βοή... απο χρόνια τώρα το είχα ξεχωρίσει. Ήταν αυτό που με νανούριζε κάθε βράδυ! Έσκυψε και μου ψιθύρισε κάτι.. "σήμερα εγώ θα φέρω τη φάτνη στο σπιτικό σας". Προς στιγμή αλαφροσκιάχτηκα. "Χριστός γεννάται δοξάσατε" ψιθύρισα και συνέχισα το βάδισμά μου... με την αδημονία του αναμενόμενου σχεδόν θρονιασμένη. Του είχα εμπιστοσύνη... με χάιδευε και με νανούριζε απ'τα γενοφάσκια μου και ποτέ του δε με ξεγέλασε. Με τα σημάδια του μούλεγε πάντα την αλήθεια! "Θάλασσα δε σε άφησα ποτέ έξω απ'την ζωή μου"!!

Ή νύχτα ωστόσο είχε σχεδόν πέσει κρύβοντας κατάρτια, αφρούς, Βενετσιάνικα τειχιά και ο Ρωμέικος γιαλός βούλιαξε στο σκοτάδι της. Ένα φως της ηλεκτρικής εταιρίας του Ντόντου μπρός στου Ραυτόπουλου τ' Αρχοντοσπίτι κι ένα άλλο καρσί στην οξώπορτά μας, στη γωνιά της Χαριτίνης, φώτιζαν υποτυπωδώς. Κοσκινίζοντας τις φωτεινές τους ραβδώσεις μαζεύτηκα στη θαλπωρή του σπιτιού μας. Ζεστό ντυμένο γιορτινά, στολισμένο, μοσχοβολούσε παράδοση. Πανέτοιμο να δεχτεί τη γέννηση του Χριστού. Μια Βηθλεέμ στημένη με αγάπη από τους γονείς μας, περίμενε να μας μαζέψει γύρω από τη φάτνη της.

Ο πατέρας γιατί αργούσε; Δεν το συνήθιζε αυτό. Ειδικά τη βραδυά τούτη της παραμονής την αφιέρωνε αποκλειστικά και χουβαρδάδικα στην οικογένειά του."Τον ειδοποίησαν να κατεβεί στο πρακτορείο" είπε ή μητέρα (ήταν ναυτικός πράκτορας).

Οι τραγωδίες χτυπούν πάντα βράδυ, σα τον Ρόμελ, την αλεπού της ερήμου.... κάπου το είχα ακούσει και απο μονο του, έτρεξε να κάμει το πέρασμά του από το μυαλό μου, ξεσηκώνοντας ενα κύμα ανατριχιαστικό! Δεν είχε περάσει και πολύς καιρός από το ναυάγιο του Ζούτη! Έτσι και τότε τον είχαν κατεβάσει στο λιμάνι άρον άρον μες την άγρια νύχτα.

Η ώρα περνούσε, η ανησυχία μεγάλωνε, και όταν πια μπήκε στην πόρτα το κλειδί την ανησυχία αντικατέστησε ή απορία. Οι βηματισμοί στις σκάλες ήταν περισσότεροι του ενός ανθρώπου, ίσως δυό... ίσως τριών... ναι ήταν τρείς! Η πόρτα της θαλπωρής που εξέπεμπε μια μανταμενια σόμπα πετρελαίου άνοιξε και δειλά συνεσταλμένα, σχεδόν με το ζόρι μπήκαν μέσα δυο εικοσάχρονα, θα τα έκαμνε ή μάτια σου, παλικάρια. Ευγενική φιλόξενη ακούστηκε ή φωνή του πατέρα. "Είναι ο Διαμαντής κι ο Μιχάλης. Περάστε μέσα παιδιά μου σαν στο σπίτι σας" Ή φαντασία μας άρχισε να ψάχνει που ήταν άραγε το σπίτι τους; Από που κουβαλούν την περιπέτειά τους; Σα ναυαγοί φαίνονται...."Ελένη φέρε ρούχα να αλλάξουν τα παιδιά και στρώσε κρεββάτια να κοιμηθούνε. Θα μείνουν μαζί μας όσο χρειαστεί."

Τρία ζευγάρια παιδικά μάτια περιεργάζονταν, άκομψα θα το χαρακτήριζα τώρα, δύο παλικάρια κουρελιασμένα, ξυλιασμένα, τρομαγμένα. Το βλέμμα τους είχε λίγο κάτι από τις φυσιογνωμίες του Ρέμπραντ. Το έρριξαν ντροπαλά πάνω μας, ενώ σχεδόν συγχρόνως τη προτροπή του πατέρα, πλησίασαν τη μανταμένια σόμπα που έσφριζε από ζωντάνια και έξεπεμπε απολαυστική ζεστασιά.

Μια λύπηση, μια συμπόνια ένα αυθόρμητο συναίσθημα αγάπης πλημμύρισαν τις παιδικές μας ψυχούλες και έχτισαν μέσα μας μια φάτνη να δεχτεί στη θαλπωρή της δύο παιδιά που χαροπάλευαν μια μέρα και δύο νύχτες σε μια βαρκούλα με κουπιά μέσα σ'ένα άγριο φαρμακερό χειμωνιάτικο καιρό!
Ήταν κυριολεκτικά μουλιασμένοι. Ντύθηκαν, ζεστάθηκαν, έφαγαν μαζί μας στο γιορτινό τραπέζι, μαλάκωσε ή σκληράδα στα πρόσωπά τους τ'αλατισμένα και ήταν φανερό πως διψούσαν για μια μπουκιά ήσυχο ύπνο!

Ο Διαμαντής κι ο Μιχάλης ήρθαν πρόσφυγες από τα παράλια της Τουρκίας με μια βαρκούλα, βγήκαν στο νησί μας και ρίζωσαν. Δούλεψαν, παντρεύτηκαν, έκαναν ευηπόληπτες οικογένειες, πολλοί θα τους θυμάστε!

Το μήνυμα που μου είχε περάσει το κύμα μου το αφρισμένο για άλλη μια φορά επιβεβαιώθηκε. Η Βηθλεέμ φέτος αναδύθηκε μέσα από τα κύμματα. Κύμματα που θα μπορούσαν να ήταν και τάφος! ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ταπεινή... μα ακριβή φάτνη δώρο από τον πατέρα... και πόσες ακόμα... και πόσες!!!

"Τα παιδικα χρόνια στο νησί όσο γερνώ τόσο πιό φωτεινά φαντάζουν. Ένα νεφέλωμα πυκνό συναισθημάτων, κάτι σα χάος γεμάτο αστραπές"

Μέσα στη ζοφερή αυτή κατάσταση της κρίσης που ζούμε και της προσφυγιάς, ερχόμενες οι ψυχές μας καθημερινά αντιμέτωπες με τον πόνο τη δυστυχία και το ΠΕΝΘΟΣ, που υπερίπταται όλου αυτού του συρφετού της απελπισίας των χιλιάδων προσφύγων, ΠΕΝΘΟΣ που δεν έχουν την πολυτέλεια να το ζήσουν για τα αδικοχαμένα τους αγγελούδια... ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ! Ποιος τόταξε τούτο το σμαραγδοφόρο Αιγαίο να γίνει λειψανοθήκη ενος άμοιρου λαού; ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ πόσα χρόνια θα χρειαστούν αυτά τα ξεβρασμένα λιανοκλάδια κάπου να ριζώσουν... να πλατανέψουν να ρίξουνε ξανά σκιές ... και πού; ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ (με Αναγνωστάκη πια), "πως τόσα πρόσωπα θα γινουν αριθμοί και τόσα γεγονότα απλα βιβλία;" ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ: τίνι τρόπο ο καθείς μας θα κατορθώσει να φέρει φέτος μια Βηθλεέμ στην καρδιά του, να χτίσει μια φάτνη;

Αναρωτιέμαι... αναρωτιέμαι.. αναρωτιέμαι! Καταντησα να κυκλοφορώ μέσα στο μυαλό μου με συντροφιά ενα αμείλικτο ερωτηματικό ΓΙΑΤΙ;... και δίπλα μου οι βιτρίνες γιορτινές απαστράπτουσες και λαμποφορεμένες... μια εορταστική κατάθλιψη, μια συνθήκη επιβεβλημένης χαράς με στόχο την κατανάλωση.

Πόσο απέχει το σήμερα από την δική μου ζαχαρένια εποχή!!! Πως να μετέχεις σ'αυτό το κλίμα του πανζουρλισμού όταν ή κάθε μέρα που ξημερώνει φαντάζει στους εκατοντάδες χιλιάδες άστεγους, πρόσφυγες, δυστυχισμένους , ένας γολγοθάς, που πρέπει οι άμοιροι να τον αναδείξουν σε κατόρθωμα... έτσι για να επιβιώσουν!

Κι ως τόσο, μέσα από όλη αυτή τη δυστυχία, ξεπηδά και ή αλλοφροσύνη της εποχής αυτή που σκορπά τον θάνατο με στοχευμένη τρέλλα. Πέρα απ'τα ΣΥΝΟΡΑ! ΟΛΟΥΘΕ Ή αλλοφροσύνη των αιμοβόρων ιδανικών, γέννημα θρέμα του ΠΟΛΕΜΟΥ που στόχο έχει να αιματοκυλίσει τα ιδανικά της ΕΙΡΗΝΗΣ και να αναγκάσει πρόσφατα την οικουμένη να καλύψει με τη Γαλλική σημαία το πρόσωπό της.

Μια λαιμητόμος μου πνίγει το λαιμό και προσπαθώ "αθωωνοντας" τα συναισθήματα που με κατακλίζουν, να δω μια φάτνη να μου γνέφει!!!

Κι Ιανός μέσα μου... μια βλέπει στην ανατολή και μια στη δύση!

Κάθε χρόνο στην καθιερωμένη πλέον Χριστουγεννιάτικη δημοσίευσή μου καταλήγω με την ευχή Καλά Χριστούγεννα.

Φέτος με ηττημένη κατά κράτος την ψυχή μου αδυνατώ να το διατυπώσω φανερά... ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ !!!