Παρουσίαση βιβλίου του "Τι άρωμα φοράς, γιαγιά;", της Βαρβάρας Βαγιάκου – Βλαχοπούλου

Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, καλησπέρα σας
Είναι μεγάλη χαρά και τιμή για μένα η ανάθεση από την Κ. Βαρβάρα Βαγιάκου- Βλαχοπούλου της παρουσίασης του νέου της βιβλίου. Με ευθύνη και σεβασμό το πήρα στα χέρια μου και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον άνοιξα τις σελίδες του. << Τι άρωμα φοράς , γιαγιά; >> ο τίτλος του. Η αλήθεια είναι ότι ξαφνιάζει ό τίτλος ,κάποιοι μπορεί να νομίσουν ότι πρόκειται για ένα ακόμη εμπορικό ,ή και ευπώλητο βιβλίο, μπορεί επίσης να τον συνδέσουν με το περιεχόμενο. Τους πιο υποψιασμένους όμως από μας, που γνωρίζουμε την Βαρβάρα από παλαιότερη συγγραφική δουλειά της, δεν μας ξεγελάει αυτή η επιλογή της. Για την οικονομία όμως της παρουσίασης την ρωτάω και η ερώτηση που της κάνω είναι περισσότερο ρητορική ,γιατί γνωρίζω ήδη την απάντηση. Αλήθεια , τι άρωμα φοράς, Βαρβάρα Βαγιάκου –Βλαχοπούλου; Ποιο εκλεπτυσμένο και αιθέριο άρωμα είναι αυτό που διαποτίζει τις σελίδες του βιβλίου σου ,αναδύεται, αγκαλιάζει και μεθάει τον αναγνώστη του από την πρώτη κιόλας σελίδα μέχρι την τελευταία; Είναι το Gloria Wantemberg στα αλήθεια, με έναν κύκνο ζωγραφισμένο στο ροζ κουτί και σκαλισμένο στο μπουκάλι που αποτελεί και την αφορμή για να ακολουθήσει με περισσή μαεστρία το ξεδίπλωμα της ιστορίας σου, με πρωταγωνίστριες εσένα και την πρώτη , από τα εγγόνια σου και συνονόματη σου Βαρβαρούλα, όπως την αποκαλείς χαϊδευτικά ή είναι το άρωμα που ξεχύνεται από το εργαστήρι σου , αυτό της λογοτέχνιδας – αρωματοποιού Βαρβάρας που με περισσή γνώση και σοφία έφτιαξε ένα βιβλίο - άρωμα με υψηλές , μεσαίες και βασικές νότες – νοήματα πλούσια και βαθιά, αποσταγμένα από την εμπειρία και σοφία μιας ευαίσθητης γυναικείας προσωπικότητας που << πολλών δ΄ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω >> πρώτα στο νησί που γεννήθηκε και μεγάλωσε, τη Λήμνο και αργότερα στις χώρες του εξωτερικού, που έζησε, ακολουθώντας τον γιατρό σύζυγό της στο πολυκύμαντο και μακροχρόνιο ταξίδι της κοινής ζωής τους ;
Ναι αυτό είναι! Είναι το προσωπικό σου άρωμα, που έφτιαξες εσύ, που αναδίδει η προσωπικότητά σου! Που φέρει τη δική σου υπογραφή, τα δύο Βήτα, το ένα πλεγμένο μέσα στο άλλο,<< λόγω προσωπικής επιλογής. Να φαίνεται πιο καλλιτεχνικό>>. Είναι εκεί, στη σελίδα 45 του βιβλίου σου , που σε ρωτάει η μικρούλα ακόμη εγγονή σου <<Είναι θέμα γούστου η υπογραφή , γιαγιά;>> και εσύ της απαντάς . Ε, ναι πρέπει να έχει μια ταυτότητα αυθεντική, για να έχει ισχύ. Ο κάθε άνθρωπος έχει δική του υπογραφή .Και μονολογείς:<< Ήταν νωρίς να σου πω πως είναι κρίμα να φύγεις από τη ζωή χωρίς να τη <<σφραγίσεις>> .<< Τι άρωμα φοράς ,γιαγιά;>> επανέλαβες για πολλοστή φορά. Μπορεί το δικό μου άρωμα να μην μπορείς να το προφέρεις ακόμα ,κοκόνα μου, αλλά εγώ το δικό σου το ρουφώ μέρα με τη μέρα όλο και πιο ευωδιαστό! Έγραψες και σφράγισες στην ψυχή μου το <<σ΄αγαπώ>> σου ,πριν μάθεις γράμματα… Και οι αγράμματοι έχουν σπάνιες μυρωδιές! Πόσο δίκιο έχεις, Βαρβάρα! Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σου .Ναι ,η καθεμιά και ο καθένας μας έχει το δικό του απόλυτο και με προσωπικότητα άρωμα!!!

Τις ώρες που διάβαζα το βιβλίο σου αναρωτήθηκα πολλές φορές και με απασχολεί ακόμα και τώρα που διαβάζω αυτές τις γραμμές , πώς θα έπρεπε και με ποια από τις δυο μου ιδιότητες να το παρουσιάσω . Ως φιλόλογος ή ως αναγνώστρια; Ποιο από τα δύο να υπερισχύσει; Η λογική συνοδευόμενη από τις γνώσεις αφηγηματολογίας και κριτικής τις οποίες έχω ή τα συναισθήματα που το βιβλίο σου κατάφερε να διεγείρει και δεν το κρύβω, πως δεν ήταν λίγες οι στιγμές που ένα πελώριο κύμα συγκίνησης, σαν ενστικτώδης απάντηση στο βίαιο σκίσιμο της θάλασσας από την πλώρη μεγάλου καραβιού που θέλει να την κατακτήσει ήρθε να κλυδωνίσει την ψυχή μου και δάκρυα αληθινά να βρέξουν το πρόσωπό μου, δάκρυα ανακούφισης και επιβεβαίωσης της αλήθειας αυτού του τόσο σοφού ρητού που λέει ότι << κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον >>. Θα προσπαθήσω να συνδυάσω και τις δυο μου ιδιότητες ,αγαπημένη μου Βαρβάρα, έτσι ακριβώς όπως είναι γραμμένο το βιβλίο .<<Με λογική και ευαισθησία, με αγάπη και σωφροσύνη, με γενναιοδωρία , αλλά και με μέτρο με <<το συγγνώμη>><< και το σ΄αγαπώ>> τις ωραιότερες λέξεις της ελληνικής για σένα >>,σελίδα 136. Αρχίζω αμέσως λοιπόν!!!
Φίλες και φίλοι, όσοι διαβάσατε και όσοι πρόκειται να το διαβάσετε,
το βιβλίο αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια , τέσσερις διαδρομές σαν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα( με τη μεταφορική του σημασία, ως ελεύθερο και ανοικτό πεδίο δράσης και ως επίπεδο γνώσεως). Οι διαδρομές αυτές ξεκινούν από τις άκρες , την παιδική και νεανική ηλικία και κινούνται προς το κέντρο, την ωριμότητα , συνθέτουν και συμπληρώνουν τη Βαρβάρα ως οντότητα και ως προσωπικότητα και αυτή αφήνει με τη σειρά της στα χέρια μας, ως δημιούργημα λογοτεχνικό, ένα καθαρά αυτοβιογραφικό κείμενο στο οποίο, βεβαίως και εμπλέκεται συναισθηματικά και προβάλλει με αμεσότητα και ένταση τις προσωπικές της θέσεις. Άλλωστε όπως μας λέει και ο Ισίδωρος Ζουργός :<< Ο συγγραφέας ρίχνει και βρέχεται από τα νερά της ίδιας του της καταιγίδας>>. Ενώ η Βαρβάρα μας λέει λοιπόν κάπου στη σελίδα 130 μιλώντας με την εγγονή της <<Η ζωή μας περπατιέται βήμα, βήμα , κόρη μου. Ο χρόνος λεπτό, λεπτό. Όταν μπρος στα μάτια σου έχεις τη διαδρομή, πιστεύεις πως δεν θα καταφέρεις να φτάσεις ποτέ στο τέλος της, ο δρόμος φαίνεται μακρύς. Για να μην τρομάξεις, βάζεις προορισμό την Ιθάκη κι αρχίζεις να περπατάς βήμα βήμα και να απολαμβάνεις τη διαδρομή>> <<Αυτή η διαδρομή θα είναι η πρωταγωνίστρια της ζωής σου>> έχει πετύχει ταυτόχρονα με έναν ευφυή λογοτεχνικό τρόπο , να εγκιβωτίσει τις ιστορίες τεσσάρων γυναικείων χαρακτήρων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν και τέσσερα ξεχωριστά αυτοτελή διηγήματα. Της συμμαθήτριας της Βαρβαρούλας, Νατάσσας και της μητέρας της Κατερίνας , της Μαριορίτσας , της Λυδίας και της Μαρίας και τέλος της Λίζας για να μας επισημάνει ότι << ανθόσπαρτοι βίοι δεν υπάρχουν και ποτέ δεν υπήρχαν>> και ότι << η ζωή δεν μαθαίνεται από δεύτερο χέρι. Θέλει να έχει πάντα την πρωτιά>>. <<Σύνθημά μας όμως ένα: Δεν το βάζουμε κάτω ποτέ. Πολεμούμε, αγωνιζόμαστε, πέφτουμε και σηκωνόμαστε μόνοι >>.
Η αφήγηση που γίνεται άλλοτε στο πρώτο πρόσωπο από τη Βαρβάρα και άλλοτε στο δεύτερο σε διάλογο με την εγγονή της έχει βαθιά υπαρξιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα. Συζητούνται μεταξύ τους θέματα διαπροσωπικών σχέσεων , ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ταυτότητας , θρησκείας, οικολογίας , χάσματος γενεών. Το δεύτερο πρόσωπο εν τω μεταξύ, με το οποίο πολλές φορές απευθύνεται, εκτός από τον διδακτικό και ίσως καλύτερα παραινετικό – προτρεπτικό του χαρακτήρα, προσθέτει ζωντάνια και θεατρικότητα στο κείμενο, ενώ χρησιμοποιείται και το τρίτο πρόσωπο, όταν θέλει να αποφύγει η συγγραφέας να αναμειχθεί προσωπικά και να είναι όσο πιο αντικειμενική γίνεται στις ιστορίες των ηρωίδων της . Στο τελευταίο κεφάλαιο πάλι, όταν η εγγονή της Βέρα, μεγάλη πια και γνωστή θεατρίνα, της διαβάζει το κείμενο, που έχει γράψει για να εκπληρώσει την υπόσχεση, που της έχει δώσει, ότι μια μέρα δηλαδή θα γράψει και αυτή και μάλιστα για την ιστορία της Μαρίας και της Λίζας, η τριτοπρόσωπη αφήγηση παίρνει ένα ύφος εχέμυθο και εξομολογητικό, σαν να είναι αφήγηση πρώτου προσώπου. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η ματιά της Βαρβάρας , έτσι δηλαδή όπως βλέπει τον κόσμο και τους γύρω της. Το βλέμμα της είναι θερμό , γεμάτο καλοσύνη και γενναιοδωρία ,αγκαλιάζει τις ηρωίδες και βρίσκεται κοντά στα γεγονότα, δείχνει κατανόηση , δεν απορρίπτει και δεν καταδικάζει!!! Στην ερώτηση << τι σημαίνει νόθο παιδί , γιαγιά ;>> στη σελίδα 102 απαντάει με ειλικρίνεια ,χωρίς υπεκφυγές <<Το παιδί εκτός γάμου… Δεν βαριέσαι! Σήμερα ο όρος δεν ισχύει, αλλά να εμείς οι παλιές κάτι τέτοια λέγαμε και μας αποκαλούσατε οπισθοδρομικές. Όλα τα παιδάκια είναι δώρα Θεού>>. Η κατεύθυνσή της ματιάς της είναι στραμμένη προς τον εσωτερικό της κόσμο. Από το προσωπικό της θησαυροφυλάκιο η συγγραφέας ανασύρει τις αναμνήσεις και τα συναισθήματά της. Σε ένα σημείο, στις πρώτες ακόμα σελίδες του βιβλίου, προϊδεάζοντας τον αναγνώστη της για το μέλλον το δικό της και της αδελφής της γράφει << η μια έπιανε το χέρι της άλλης και σαν ηλιοτρόπια έγερναν τα κεφαλάκια τους στην ποδιά της μνήμης τους κι αναζητούσαν τη γλυκιά τους<< Σοκολάτα>>, έτσι αποκαλούσαν τη νόνα τους. Όσοι από μας ευτύχισαν να ζήσουν παιδικά χρόνια με γιαγιάδες και παππούδες ανακαλύπτουν ξανά στις σελίδες 66-69 τις δικές τους παιδικές ηλικίες.
Σε ένα άρθρο του στην εφημερίδα<< Καθημερινή>> ο Παντελής Μπουκάλας γράφει: << Όταν διαβάζεις ένα βιβλίο, λογοτέχνημα ή δοκίμιο, δεν ακούς μονάχα τη φωνή του συγγραφέα του. Ακούς κι άλλες φωνές, τρίτων , κοντινές ή απόμακρες, όσες ανασταίνει η αναγνωστική σου μνήμη, που δεν παύει ποτέ να συσχετίζει, να παραλληλίζει, να συγκρίνει .Η φωνή του συγγραφέα καλείται να συνομιλήσει μαζί τους, ώστε να αποδείξει την αυταξία της, ή και να τις πολεμήσει, ώστε να ακουστεί λαγαρή , χωρίς θόρυβο . Έτσι και εσύ ,στο πλαίσιο της άλλης αρετής του βιβλίου σου, της διακειμενικότητας, πέρα από τον Καβάφη και την περίφημη <<Ιθάκη>> του, της οποίας στίχους αναφέρεις στο βιβλίο, γιατί<< ο Καβάφης μας έβαλε στο τρυπάκι της διαδρομής του με ένα υπέροχο ποίημα>>, σελίδα 131 , ο αναγνώστης θα βρει φράσεις του Παλαμά , του Πιραντέλλο , του Λουί Αραγκόν , του Όσκαρ Ουάιλντ , της Τζέιν Μόρισον , ακόμα και του Λυσία, στο λόγο του Υπέρ αδυνάτου, όταν μας έλεγε:<< και οι μεν νέοι συγγνώμης αξιούνται τυγχάνειν παρά των πρεσβυτέρων, τοις δε πρεσβυτέροις εξαμαρτάνουσιν ομοίως επιτιμώσιν αμφότεροι>> ,τις οποίες εσύ ,έχεις άλλες χρησιμοποιήσει αυτούσιες και άλλες έχεις εσωτερικεύσει, ως αποτέλεσμα και περίσσευμα πολύωρης αναγνωστικής εμπειρίας. Θα βρει όμως και ένα ακόμα πλήθος σκέψεων διατυπωμένων σε μορφή αποφθεγμάτων που καθιστούν το βιβλίο, κύμα δυνατό που σκοπό έχει να ανακινήσει, να αναμοχλεύσει και να ανακατατάξει τον συναισθηματικό και ιδεολογικό κόσμο του αναγνώστη ,ο οποίος στις μέρες μας <<βολοδέρνει>> θα έλεγα και βρίσκεται σε μια διαρκή σύγχυση αναζητώντας και προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανός.
Και πόσο ωραία ακούγεται η φωνή της συγγραφέα στο τέταρτο κεφάλαιο, όταν την Άνοιξη του 1972 η μοίρα της την κάλεσε να πει το μεγαλύτερο ,<<Μπορώ>> της ζωής της. Όταν καλείται να διαχειριστεί την αρρώστια της πολυαγαπημένης της αδελφής . Με πένα δυνατή, γλαφυρή , γλώσσα ποιητική ,γεμάτη εικόνες , περιγράφει στις σελίδες της την αγωνία για το αβέβαιο μέλλον και ξεδιπλώνει ένα γνήσιο, πηγαίο, λογοτεχνικό ταλέντο, με μια σπάνια ευαισθησία που ακόμη και τα πιο τραγικά γεγονότα στις ζωές των ανθρώπων τα κάνει να μοιάζουν ικανά να τιθασευτούν, όταν κουβαλάει κανείς μέσα του στέρεη και δυνατή αρματωσιά,
Αγαπημένη και πολύτιμη Βαρβάρα, θα μπορούσα να μιλάω για ώρα πολλή ακόμα για το βιβλίο σου. Θα κλείσω όμως έτσι. Ο Βολταίρος είπε ότι, ακόμα και αν δεν υπήρχε Θεός , έπρεπε να τον επινοήσουμε, δανείζομαι τη φράση του και την παραφράζω ,ας μου επιτραπεί η αυθαιρεσία . Αν δεν υπήρχε η Βαρβαρούλα, η εγγονή σου, έπρεπε να την επινοούσες. Έπρεπε με κάθε τρόπο να γράψεις, όσα έγραψες, για << τα συναισθήματα που πολλές φορές πιέζουν , θέλουν να βγουν από μέσα σου ,δεν θέλουν να θαφτούν >>σελίδα 130 , έπρεπε να γράψεις ένα βιβλίο, άστρολάβο της ζωής, για σένα , για μας και τους νεότερους , γιατί ο χρόνος περνάει γρήγορα και δεν προλαβαίνουμε να εμπεδώσουμε ότι οι άνθρωποι είμαστε και παραμένουμε ίδιοι, οι εποχές μόνο αλλάζουν!!!
ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΟΥ!!!
ΑΝΝΑ ΚΥΡΙΑΚΑΚΗ - ΣΥΝΟΔΙΝΟΥ