Ερωδιοί - Ομιλία της φιλολόγου κ. Μαρίας Παπαπαναγιώτου γενικής διευθύντριας των ΓΕΛ Μούδρου Λήμνου

Ερωδιοί - Η ομιλία της φιλολόγου κ. Μαρίας Παπαπαναγιώτου γενικής διευθύντριας των ΓΕΛ Μούδρου Λήμνου
Κάθε φορά που καλούμαι να παρουσιάσω ένα βιβλίο της Βαρβάρας Βαγιάκου-Βλαχοπούλου, αισθάνομαι πως επιστρέφω σε ένα τοπίο γνώριμο — που όμως δεν είναι ποτέ το ίδιο.
Γνώριμο, γιατί έχω διαβάσει και παρουσιάσει πολλά βιβλία της, έχω παρακολουθήσει τη συγγραφική της πορεία, έχω αναγνωρίσει μέσα στα χρόνια τη φωνή, την ευαισθησία, τις αγωνίες και τις σταθερές της.
Και ποτέ το ίδιο, γιατί κάθε καινούργιο βιβλίο ανοίγει ένα ακόμη παράθυρο στον εσωτερικό της κόσμο. Φέρνει μια άλλη απόχρωση, μια διαφορετική ματιά, μια νέα συνομιλία με τη ζωή και τον χρόνο.
Γι’ αυτό και η σημερινή παρουσίαση έχει για μένα ξεχωριστή σημασία. Δεν προσεγγίζω τους «Ερωδιούς» ως μια αναγνώστρια που συναντά για πρώτη φορά τη δημιουργό τους. Έρχομαι σ’ αυτούς έχοντας πίσω μου μια μακρά αναγνωστική διαδρομή δίπλα στο έργο της. Και αυτό είναι προνόμιο, γιατί μου δίνεται η δυνατότητα να αναγνωρίζω τη συνέχεια της ποιητικής της φωνής και να παρατηρώ τις μεταμορφώσεις της, να γίνομαι συνοδοιπόρος της δημιουργικής της πορείας, να βλέπω τη φωνή της να ωριμάζει, τις λέξεις να αλλάζουν βάρος, τις σιωπές να βαθαίνουν, να βλέπω κάποια θέματα να επιστρέφουν, όχι επειδή εξαντλήθηκαν, αλλά ακριβώς επειδή είναι ανεξάντλητα.
Είναι ταυτόχρονα, όμως και ευθύνη, γιατί όταν γνωρίζεις και εκτιμάς βαθιά έναν δημιουργό, οφείλεις να διαβάζεις το έργο του ακόμη πιο προσεκτικά. Να μην αρκείσαι στη συγκίνηση. Να αναζητάς τι είναι αυτό που τη γεννά. Να σκύβεις στη λέξη, στην εικόνα, στη σιωπή, στο σύμβολο. Να αναρωτιέσαι τι υπάρχει πίσω από εκείνο που φαίνεται απλό.
Και κάποια στιγμή αντιλαμβάνεσαι πως, παρακολουθώντας τη διαδρομή του άλλου μέσα στον χρόνο, μετράς αθόρυβα και ένα μέρος του δικού σου χρόνου.
Ερωδιοί, λοιπόν.
Ένας τίτλος λιτός. Μια εικόνα καθαρή. Και όμως, όσο περισσότερο εστιάζεις σε αυτόν, τόσο περισσότερο διευρύνεται, περιπλέκεται, γοητεύει. 
Ερώ – ερωτώ – ωδή
Οι λέξεις δεν έχουν μόνο σημασία. Έχουν ήχο. Έχουν ρυθμό. Και κάποιες φορές, όταν τις αφήσουμε να ηχήσουν μέσα μας, γεννούν συγγένειες που δεν ανήκουν στην επιστημονική ετυμολογία, αλλά σε μια άλλη ποιητική προσέγγιση. Όταν προφέρω τη λέξη Ερωδιοί, εγώ ακούω μέσα της το ερώ. Ακούω τον έρωτα. Ακούω το ερωτώ. Ακούω τη λέξη ωδή. Τρεις λέξεις που, για μένα, συνυφαίνονται μέσα στην  ποιητική συμπύκνωση αυτής της συλλογής. Γιατί η ποιήτρια αγαπά και γι’ αυτό θυμάται. Αγαπά και γι’ αυτό πονά. Αγαπά και γι’ αυτό ρωτά. Και όταν οι απαντήσεις δεν επαρκούν, κάνει αυτό που μπορεί να κάνει ο ποιητής: μετατρέπει το βίωμα σε λόγο. Την απουσία σε παρουσία. Και τη μνήμη σε ωδή. Ίσως, τελικά, αυτό να είναι η ποίηση: ένας τρόπος να δίνουμε φωνή σε όσα κινδυνεύουν να σωπάσουν.

Πουλιά στενά συνδεδεμένα με το νερό οι ερωδιοί. Ζουν συχνά σε τόπους οριακούς. Κατοικούν, θα λέγαμε, σε ένα «ανάμεσα», ανάμεσα στο νερό και στη στεριά, Και πόσο ταιριάζει αυτό στον κόσμο της συγκεκριμένης συλλογής. Γιατί και η ποίηση της Βαρβάρας κατοικεί συχνά ανάμεσα: ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, στην παρουσία και στην απουσία, στη νεότητα και στην ωριμότητα, στην πατρίδα και στην ξενιτιά, στη μνήμη και στη λήθη, στον έρωτα και στην απώλεια, στη ζωή και στη συνείδηση της φθοράς της.
Ο ερωδιός είναι, επίσης, πουλί της υπομονής και της παρατήρησης. Μπορεί να στέκεται για ώρα σχεδόν ακίνητος στο νερό. Αυτή όμως η ακινησία δεν είναι αδράνεια. Είναι εγρήγορση. Περιμένει. Παρατηρεί. Συγκεντρώνεται. Και δεν μπορώ να μη σκεφτώ εδώ τις αναλογίες, καθώς ο ποιητής κάνει συχνά ακριβώς αυτό που κάνει ο ερωδιός: στέκεται εκεί όπου οι άλλοι προσπερνούν. Παρατηρεί το μικρό. Περιμένει. Μέχρι ένα καθημερινό αντικείμενο, μια εικόνα, ένα δέντρο, μια εποχή, μια κουρτίνα, μια ομπρέλα, ένα φύλλο να αποκαλύψουν κάτι πολύ μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.
Ο ερωδιός, ακόμη, δίνει συχνά την εντύπωση της μοναχικής παρουσίας. Τον φανταζόμαστε μόνο, όρθιο, σιωπηλό μέσα στο τοπίο. Κι όμως οι ερωδιοί συναντιούνται και πολλά είδη φωλιάζουν σε αποικίες. Μόνος και μαζί. Και αυτή η διπλή ιδιότητα είναι βαθιά ανθρώπινη.
Γιατί ο άνθρωπος της ποίησης της Βαρβάρας είναι μια μονάδα με τη δική της μνήμη, το δικό της τραύμα, τη δική της ιστορία — αλλά συγχρόνως μια ύπαρξη που αναζητά τον άλλον.
Και ύστερα υπάρχει η πτήση. Η αναχώρηση. Η μετακίνηση. Η δυνατότητα να εγκαταλείπεις έναν τόπο και να κατευθύνεσαι προς έναν άλλο. Μια εικόνα που συνομιλεί αναπόφευκτα με την ξενιτιά, τη φυγή, την επιστροφή, αλλά και το πέρασμα όλων μας μέσα από τον χρόνο.
Δύο ερωδιοί στο εξώφυλλο. Όχι ένας. Δύο ερωδιοί που στέκονται αντικριστά. Τα σώματά τους παραμένουν χωριστά, όμως οι μακριοί λαιμοί τους υψώνονται και στρέφονται ο ένας προς τον άλλον. Υπάρχει απόσταση. Αλλά υπάρχει και βλέμμα. Υπάρχει χωρισμός. Αλλά υπάρχει και κίνηση του ενός προς τον άλλον.
Και σκέφτομαι πως ίσως ολόκληρο το βιβλίο να μπορεί να χωρέσει για μια στιγμή σ’ αυτό το κενό ανάμεσα στα δύο πουλιά. Γιατί εκεί βρίσκεται το εγώ απέναντι στο εσύ. Η κόρη απέναντι στη μάνα. Ο ερωτευμένος απέναντι στον αγαπημένο. Ο σημερινός εαυτός απέναντι στο παιδί που υπήρξαμε κάποτε. Ο ζων απέναντι στον απόντα. Ο άνθρωπος απέναντι στον χρόνο.
Ακόμη και το χρώμα λειτουργεί υποβλητικά. Το φόντο είναι ήρεμο, σχεδόν ομιχλώδες, σε απαλούς γκρίζους και πρασινωπούς τόνους. Δεν υπάρχει εικαστικός θόρυβος. Μέσα σ’ αυτή την αχλή αναδύονται τα λευκά σώματα των δύο πουλιών.
Και έτσι ακριβώς αναδύεται πολλές φορές η μνήμη στα ποιήματα της Βαρβάρας. Όχι με θόρυβο. Μέσα από την αχλή του χρόνου εμφανίζεται ξαφνικά ένα πρόσωπο. Ένα σπίτι. Ένα δέντρο. Ένα παιδικό καλοκαίρι. Μια μάνα. Ένας έρωτας. Κάτι που νομίζαμε χαμένο και που η μνήμη αρνείται να παραδώσει στην ανυπαρξία. Και πάνω σ’ αυτή την ήρεμη χρωματική επιφάνεια, ο τίτλος ξεχωρίζει με το ροζ του. Μια μικρή νότα τρυφερότητας. Σαν να μας προειδοποιεί ότι, όσο κι αν αυτό το βιβλίο συνομιλεί με τον χρόνο, τη φθορά και την απώλεια, δεν είναι βιβλίο παραίτησης. Η τρυφερότητα επιμένει. Η μνήμη επιμένει. Ο έρωτας επιμένει. Η ζωή επιμένει. Γι’ αυτό και το εξώφυλλο δεν είναι απλώς το περίβλημα του βιβλίου. Είναι η πρώτη του ανάγνωση. Ίσως, μάλιστα, το πρώτο ποίημά του — ένα ποίημα χωρίς λέξεις.

Το βιβλίο ξεκινά με το δίστιχο
 «Τα καλοκαίρια περπατούν ξυπόλυτα,
πέρα από το δικό μου χρόνο.»
Θα έλεγα πως μέσα σ’ αυτούς τους δύο στίχους υπάρχει ήδη, σε μικρογραφία, ένα μεγάλο μέρος της συλλογής. «Τα καλοκαίρια». Πληθυντικός. Όχι μία εποχή, αλλά πολλά καλοκαίρια. Χρόνοι που πέρασαν, ηλικίες, τόποι, άνθρωποι, στιγμές. Κι αυτά τα καλοκαίρια «περπατούν». Η ποιήτρια δίνει στον χρόνο σώμα. Του δίνει πόδια. Τον κάνει να κινείται μπροστά στα μάτια μας. Και μάλιστα περπατά «ξυπόλυτος». Μια λέξη που κουβαλά κάτι από την αθωότητα και την ελευθερία της παιδικής ηλικίας: χώμα, άμμο, θάλασσα, ανεμελιά, εκείνα τα καλοκαίρια όπου ο χρόνος έμοιαζε ατελείωτος, επειδή ακόμη δεν γνωρίζαμε πόσο γρήγορα περνά. Και τότε έρχεται ο δεύτερος στίχος: «πέρα από το δικό μου χρόνο.» Αυτή η κτητική αντωνυμία αλλάζει τα πάντα. Γιατί υπάρχει ο χρόνος των ρολογιών και των ημερολογίων. Και υπάρχει κι ο άλλος χρόνος. Ο προσωπικός. Ο βιωμένος. Εκείνος που τον μετράμε με πρόσωπα, έρωτες, απώλειες, τόπους, καλοκαίρια, αναχωρήσεις και επιστροφές. Και κάπου εδώ αποκτά για μένα ιδιαίτερη βαρύτητα ο τίτλος του ποιήματος στο οποίο το δίστιχο αυτό ανήκει: «Συνειδητά». Η ποιήτρια συνειδητοποιεί. Αντιλαμβάνεται ότι τα καλοκαίρια πέρασαν. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί να επιστρέψει σ’ αυτά. Έχει επίγνωση ότι ο χρόνος κινείται προς μία μόνο κατεύθυνση. Και παρ’ όλα αυτά — ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό — στρέφεται προς τα πίσω και τα κοιτά. Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για νοσταλγία. Πρόκειται για συνείδηση του χρόνου. Και αυτή η συνείδηση θα διατρέξει ολόκληρη τη συλλογή. Από την πρώτη κιόλας σελίδα η ποιήτρια μοιάζει να μας δίνει το κλειδί της ανάγνωσης: γνωρίζω ότι ο χρόνος περνά, γνωρίζω ότι χάνεται, γνωρίζω ότι δεν επιστρέφει. Και συνειδητά επιλέγω να τον κοιτάξω. Να τον θυμηθώ. Να τον ονοματίσω. Να τον κάνω ποίηση. Γι’ αυτό θεωρώ εξαιρετικά εύστοχο ότι οι Ερωδιοί ανοίγουν με τους στίχους από το «Συνειδητά». Γιατί πριν ακόμη συναντήσουμε τη μνήμη, την απώλεια, τη μάνα, τον έρωτα, την κοινωνική αγωνία, τον πόλεμο, πριν ακόμη φτάσουμε στον επίλογο, έχει ήδη τεθεί το μεγάλο υπαρξιακό δεδομένο του βιβλίου: ο χρόνος περνά — και η ποιήτρια το γνωρίζει.
Το ερώτημα που απομένει είναι πώς αντιμετωπίζουμε αυτή τη συνειδητοποίηση. Και ίσως ολόκληρη η συλλογή να αποτελεί την απάντηση: τη μετατρέπουμε σε μνήμη. Σε συνείδηση. Σε λέξη. Σε ποίηση.

Αν έπρεπε να αναζητήσω μία από τις ισχυρότερες υπόγειες δυνάμεις της συλλογής, θα έλεγα πως είναι ο χρόνος. Εκείνος που αφήνει ίχνη στα σώματα, στα σπίτια, στα δέντρα, στις σχέσεις, στις φωτογραφίες, στα αντικείμενα. Ο χρόνος που παίρνει — και η μνήμη που προσπαθεί να περισώσει.
Στον «Χρόνος παλιός», στο «Καθ’ οδόν προς το Φθινόπωρο», στον «Χωρισμός», και σε πολλά άλλα ποιήματα της συλλογής, ο χρόνος δεν λειτουργεί απλώς ως θέμα. Αποκτά σχεδόν δραματική υπόσταση. Γίνεται συνομιλητής. Κάποτε αντίπαλος. Κάποτε κλέφτης. Κάποτε ο αόρατος σκηνοθέτης που αλλάζει το σκηνικό ενώ εμείς εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως βρισκόμαστε στην προηγούμενη πράξη. Γι’ αυτό και οι εποχές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο δεν είναι μόνο μετεωρολογικές περίοδοι. Είναι ηλικίες της ζωής. Το φθινόπωρο γίνεται η γνώση της ωριμότητας, η αίσθηση της αλλαγής, η επίγνωση ότι κάθε άνθηση περιέχει ήδη μέσα της την επόμενη εποχή. Κι όμως η Βαρβάρα δεν θρηνεί απλώς τον χρόνο που φεύγει. Τον κοιτάζει. Τον αναμετρά. Του μιλά. Και γράφοντας γι’ αυτόν, επιχειρεί εκείνο που επιχειρεί κάθε αληθινή μνήμη: όχι να τον σταματήσει — αυτό είναι αδύνατο — αλλά να του αφαιρέσει το δικαίωμα να εξαφανίσει τα πάντα.

Η μνήμη στους Ερωδιούς δεν είναι αφηρημένη έννοια. Έχει σώμα. Έχει μυρωδιά. Έχει χρώμα. Έχει υπόσταση. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα στοιχεία της γραφής της ποήτριας που αγαπώ ιδιαίτερα: η ικανότητά της να παίρνει το μικρό, το καθημερινό, το ταπεινό και να του προσδίδει συναισθηματικό βάρος. Μια ομπρέλα μπορεί να κουβαλήσει μια μάνα. Μια κουρτίνα μπορεί να χωρίσει το παρόν από μια ολόκληρη ζωή. Ένα πλατανόφυλλο μπορεί να γίνει φορέας απώλειας. Μια βαλίτσα μπορεί να χωρέσει πολύ περισσότερα από ρούχα. Ένα παράθυρο μπορεί να γίνει όριο ανάμεσα σ’ αυτό που ζούμε και σ’ αυτό που λαχταρούμε. Τα πράγματα στην ποίηση της Βαρβάρας δεν είναι βουβά. Θυμούνται. Ή, ίσως ακριβέστερα, ο άνθρωπος εναποθέτει επάνω τους τόσο πολύ από τον εαυτό του, ώστε κάποια στιγμή εκείνα αρχίζουν να μιλούν για λογαριασμό του. Κι η ειλικρίνεια των συναισθημάτων δεν παγιδεύεται από τις συμβάσεις και δεν περιορίζεται στον κόσμο των ονείρων. Ζητά τη θεϊκή μαρτυρία, την ιερή επίνευση. 

Στο ποίημα «Στη μάνα μου», αυτή η ποιητική των πραγμάτων αποκτά ιδιαίτερη συγκινησιακή δύναμη. Η βροχή, η ομπρέλα, το ταξίδι, η αρρώστια, η επιστροφή, η απώλεια — στοιχεία απλά, σχεδόν καθημερινά — συναρθρώνονται και δημιουργούν έναν ολόκληρο χώρο πένθους. Αλλά η μητέρα εδώ δεν μετατρέπεται απλώς σε ανάμνηση. Παραμένει σχέση. Γιατί αυτό είναι ίσως το παράδοξο της μεγάλης απουσίας: ο άλλος λείπει από τον κόσμο, αλλά εξακολουθεί να συμμετέχει στον εσωτερικό μας διάλογο. Και εδώ η ποίηση κάνει κάτι πολύ σημαντικό. Παίρνει το απολύτως προσωπικό — τη δική μου μάνα, τη δική μου απώλεια, τη δική μου ομπρέλα, τη δική μου βροχή — και τα μεταφέρει εκεί που  ο αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Και τότε η μάνα της ποιήτριας αγγίζει κάτι από τη δική μας μάνα. Η απώλειά της συναντά κάποια δική μας απουσία. Εκεί ακριβώς το ιδιωτικό γίνεται καθολικό.
Κάποιες φορές ένα δέντρο δεν αποτελεί απλά φόντο. Γίνεται φορέας ζωής, ιστορίας, φθοράς και θανάτου. Η αρρώστια και η απώλειά του ανοίγουν έναν πολύ μεγαλύτερο στοχασμό: τι σημαίνει να βλέπεις να χάνεται κάτι που θεωρούσες μέρος του σταθερού σου κόσμου; Ένα δέντρο μπορεί να είναι μνήμη τόπου. Σκιά παιδικών χρόνων. Σημείο επιστροφής. Μάρτυρας ανθρώπων που πέρασαν από κάτω του. Κι όταν χάνεται, δεν χάνεται μόνο ξύλο και φύλλωμα. Χάνεται ένας μάρτυρας του χρόνου. Στην ποίηση της Βαρβάρας η φύση δεν περιγράφει απλώς το συναίσθημα. Συμμετέχει σ’ αυτό. Η βροχή, τα φύλλα, τα άνθη, οι εποχές, ο ήλιος, τα δέντρα αποκτούν ψυχική λειτουργία. Το εξωτερικό τοπίο γίνεται εσωτερικό.

Στο «Πίσω από την κουρτίνα» συναντάμε μια άλλη όψη αυτής της ποιητικής. Η κουρτίνα είναι όριο. Κρύβει και αποκαλύπτει. Χωρίζει δύο χώρους, αλλά αφήνει πάντοτε την υπόνοια ότι κάτι υπάρχει από πίσω. Και μέσα από την εικόνα του κεντήματος, τις βελονιές, τα ξηλώματα, τα σωστά και τα λάθη, η ίδια η ζωή μοιάζει με εργόχειρο που φτιάχνεται χωρίς να γνωρίζουμε εξαρχής το τελικό σχέδιο. Πόσο εύστοχη εικόνα. Γιατί η ζωή δεν γράφεται καθαρά από την πρώτη φορά. Ξηλώνεται. Διορθώνεται. Μένουν κόμποι. Μένουν σημάδια. Κάποτε φαίνεται η καλή της πλευρά και κάποτε η ανάποδη, με όλες τις κλωστές εκτεθειμένες. Κι όμως συνεχίζουμε να κεντάμε. 
Μέσα σ’ αυτό το πυκνό τοπίο της μνήμης, ο έρωτας δεν θα μπορούσε να απουσιάζει. Μόνο που στους Ερωδιούς ο έρωτας δεν έχει μία μόνο ηλικία, ούτε μία μόνο μορφή. Είναι κάποτε η ανάμνηση ενός πρώτου «σ’ αγαπώ», κάποτε η αναπάντεχη επιστροφή της δυνατότητας να αγαπήσεις, κι άλλοτε η οδυνηρή επίγνωση ότι αυτό που ονειρεύτηκες ως κοινό καταφύγιο μπορεί τελικά να αποδειχθεί ουτοπία

Ακόμη και ο τίτλος του συγκεκριμένου ποιήματος είναι μια υπέροχη αντίφαση: «Η εφηβεία του φθινοπώρου». Η εφηβεία ανήκει στην αρχή, στην ορμή, στην αφύπνιση. Το φθινόπωρο, αντίθετα, κουβαλά την ωριμότητα, την απομάκρυνση του καλοκαιριού, την πρώτη γνώση της φθοράς. Και όμως η Βαρβάρα τα ενώνει. Σαν να μας λέει ότι η ψυχή δεν υπακούει πάντοτε στο ημερολόγιο. Ότι μπορεί να υπάρχει ακόμη μια εφηβεία μέσα στο φθινόπωρο του ανθρώπου. Και εδώ επιστρέφει ο χρόνος, όχι όμως μόνο ως απώλεια. Επιστρέφει ως μνήμη του πρώτου έρωτα. Το ποίημα είναι γεμάτο θάλασσα και ταξίδια: πλοία, κουπαστές, αποβάθρες, γλαρόνι, ρότα. Και μέσα σ’ αυτό το θαλασσινό λεξιλόγιο ακούγεται κάτι που δεν πρόλαβε να ειπωθεί εγκαίρως. Τα «λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ» πηγαινοέρχονται στις δακρυσμένες κουπαστές. Κι έπειτα φτάνει, σχεδόν καθυστερημένα, με ένα λευκό γλαρόνι, «το πρώτο του το σ’ αγαπώ». Πόσο όμορφα χρησιμοποιεί εδώ η ποιήτρια το πουλί ως αγγελιοφόρο του ανείπωτου. Και πόσο οργανικά συνομιλεί αυτό με τους ίδιους τους Ερωδιούς του τίτλου της συλλογής. Τα πουλιά στη γραφή της γίνονται συχνά φορείς μετακίνησης: μεταφέρουν λόγια, μνήμες, επιθυμίες. Μόνο που η ρότα έχει ήδη αρχίσει. Η «θερινή χαρά» μετατρέπεται σε μισεμό. Εδώ οι εποχές δεν δηλώνουν τον καιρό. Δηλώνουν την εσωτερική θερμοκρασία του ανθρώπου. Το καλοκαίρι είναι η χαρά. Το φθινόπωρο είναι η επίγνωση. Ο χειμώνας γίνεται ο τόπος όπου φυλάσσεται το ανολοκλήρωτο.  Προς το τέλος, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αιχμηρή: «Κάνω τις λέξεις πουλιά και τις πυροβολώ.» Εδώ η ποιήτρια ανατρέπει ό,τι προηγουμένως μας είχε δώσει. Οι λέξεις που πριν μπορούσαν να πετάξουν και να μεταφέρουν ένα «σ’ αγαπώ», τώρα γίνονται πουλιά που η ίδια πυροβολεί. Σαν να υπάρχει μια στιγμή όπου η μνήμη δεν είναι πια μόνο καταφύγιο. Γίνεται και βάρος. Και τότε ο έρωτας αποκαλύπτεται όχι μόνο ως χαρά που υπήρξε, αλλά ως ανείπωτο που εξακολουθεί να ζητά χώρο μέσα μας.
Θα ήθελα εδώ να σταθώ ιδιαίτερα στη γλώσσα της Βαρβάρας. Γιατί η συγκίνηση των ποιημάτων της δεν προκύπτει από λεκτική υπερβολή. Η γλώσσα της δεν φωνάζει: «Κοιτάξτε με, είμαι ποιητική». Αντίθετα, πολλές φορές ξεκινά από μια λέξη οικεία, μια καθημερινή εικόνα, μια φράση σχεδόν συνομιλιακή. Και ξαφνικά ανοίγει ένα δεύτερο επίπεδο. Αυτό είναι δύσκολο. Η απλότητα στην ποίηση είναι πολύ πιο απαιτητική από την περιπλοκότητα. Γιατί πρέπει η λέξη να είναι προσβάσιμη χωρίς να γίνεται επίπεδη. Καθαρή χωρίς να γίνεται φτωχή. Συναισθηματική χωρίς να διολισθαίνει στον συναισθηματισμό. Η ποιήτρια αξιοποιεί μεταφορές και προσωποποιήσεις, αντιθέσεις, επαναλήψεις όπου απαιτείται ρυθμική ένταση, ρητορικές ερωτήσεις, αποσιωπητικά, αιφνίδιες μετατοπίσεις του βλέμματος. Ακόμη και τα κεφαλαία γράμματα, όταν εμφανίζονται, δεν είναι απλώς τυπογραφική επιλογή. Λειτουργούν σαν στιγμιαία ανύψωση της φωνής, σαν λέξεις που ζητούν να αποσπαστούν από τη ροή και να αποκτήσουν ιδιαίτερο βάρος.  

Οι ερωτήσεις της, επίσης, έχουν σημασία. Δεν ζητούν πάντοτε απάντηση. Κάποτε η ίδια η ερώτηση είναι το ποίημα.
Γιατί υπάρχουν έννοιες — ο θάνατος, η απώλεια, ο χρόνος, ο έρωτας — που ίσως δεν τις ρωτάμε για να απαντηθούν. Τις ρωτάμε επειδή δεν μπορούμε να πάψουμε να τις ρωτάμε. Επειδή ξέρουμε πως δε θα βρούμε ποτέ την απάντηση. 
Μέσα στη συλλογή υπάρχει έντονη και η γυναικεία εμπειρία. Η μάνα. Η κόρη. Η φροντίδα. Η απώλεια. Το γυναικείο σώμα. Το σπίτι που μοσχομυρίζει γυναίκα. Το εργόχειρο. Η μνήμη. Ο έρωτας. Όμως θα ήταν άδικο να περιορίσουμε αυτή την ποίηση χαρακτηρίζοντάς την απλώς «γυναικεία». Η αφετηρία μπορεί να είναι συγκεκριμένη, αλλά ο προορισμός είναι ανθρώπινος. Η Βαρβάρα γράφει από τη θέση της γυναίκας που η ίδια εκπροσωπεί και της δίνει υπόσταση— και ακριβώς επειδή δεν απαρνείται αυτή τη θέση, κατορθώνει να φτάσει σε κάτι ευρύτερο. Γιατί η καλή ποίηση δεν γίνεται καθολική σβήνοντας το προσωπικό. Γίνεται καθολική πηγαίνοντας τόσο βαθιά στο προσωπικό, ώστε εκεί στο βάθος να συναντήσει τους άλλους.

Θα μπορούσε κάποιος, βλέποντας πόσο συχνά επιστρέφουν η φθορά, ο χρόνος, η απουσία και η μνήμη, να θεωρήσει τους Ερωδιούς ένα μελαγχολικό βιβλίο. Εγώ θα έλεγα κάτι διαφορετικό. Θα έλεγα πως είναι ένα βιβλίο με βαθιά προσήλωση στη ζωή. Γιατί πονάμε για εκείνο που είχε αξία. Θυμόμαστε εκείνο που δεν θέλουμε να χάσουμε. Φοβόμαστε τον χρόνο ακριβώς επειδή αγαπήσαμε όσα μας έδωσε. Η θλίψη εδώ δεν αναιρεί την αγάπη για τη ζωή. Την αποδεικνύει. Κάτω από πολλές σελίδες αυτής της συλλογής αισθάνομαι να υπάρχει ένα επίμονο: «Κράτησέ το λίγο ακόμη». Κράτησε τη μάνα. Κράτησε το παιδί. Κράτησε το καλοκαίρι. Κράτησε το δέντρο. Κράτησε τον έρωτα. Κράτησε τον τόπο. Κράτησε εκείνη που ήσουν. Όχι επειδή μπορείς πραγματικά να τα κρατήσεις. Αλλά επειδή μπορείς να τα ονοματίσεις.Να τα μνημονεύσεις. Και ό,τι ονοματίζεται, ο,τι μνημονεύεται, αποκτά ακόμη μία στιγμή ζωής. Αυτή είναι η μικρή νίκη της ποίησης απέναντι στον χρόνο.
Οι Ερωδιοί, όμως, δεν είναι μια συλλογή στραμμένη μόνο προς τα μέσα, στη μνήμη, στον χρόνο, στον έρωτα και στην προσωπική απώλεια. Η Βαρβάρα Βαγιάκου-Βλαχοπούλου έχει το βλέμμα στραμμένο και στο παρόν. Σ’ αυτό που συμβαίνει γύρω μας. Σ’ αυτό που πληγώνει όχι πια το «εγώ», αλλά το «εμείς». Και εδώ θεωρώ ότι η συλλογή αποκτά μια ιδιαίτερα σημαντική κοινωνική διάσταση. Η ποιήτρια δεν παρατηρεί την εποχή από ασφαλή απόσταση. Αφήνει το τραύμα της να περάσει μέσα στο ποίημα

Το «Τέμπη – Ώρα μηδέν» είναι ίσως η πιο οδυνηρή έκφραση αυτής της στάσης.Και μόνο ο τίτλος αρκεί.Τέμπη. Μια λέξη που έπαψε να είναι απλώς ένα τοπωνύμιο και έγινε τραύμα της συλλογικής μας μνήμης. Και δίπλα της: «Ώρα μηδέν». Το σημείο όπου ο χρόνος κόβεται στα δύο. Στο πριν και στο μετά. Εδώ συναντάμε ξανά τον χρόνο, έναν από τους βασικούς άξονες ολόκληρης της συλλογής, αλλά στην πιο βίαιη εκδοχή του: όχι τον χρόνο που φθείρει αργά, αλλά τον χρόνο που διακόπτεται απότομα. Και τότε η ποίηση αναλαμβάνει μια άλλη λειτουργία. Να αντισταθεί στη μετατροπή του ανθρώπου σε αριθμό. Να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη εκεί όπου η επικαιρότητα κινδυνεύει κάποτε να γίνει απλώς αρχείο. 
Και ύστερα από αυτή τη βαθιά οδύνη, έρχεται μια φαινομενικά απλή ερώτηση:
«Τι χρώμα έχει η χαρά;»

 

Και εδώ η παιδική αθωότητα, η ανεμελιά έρχεται αντιμέτωπη με τον πόλεμο. Το ροζ γίνεται γκρι, ποτισμένο με κόκκινο. Ο πόλεμος που εξακολουθεί να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας και να μετατρέπει ανθρώπους, παιδιά, σπίτια, ζωές σε εικόνες που διαδέχονται η μία την άλλη. Η ποίηση δεν μπορεί να σταματήσει έναν πόλεμο. Μπορεί όμως να αρνηθεί να τον θεωρήσει φυσιολογικό. Μπορεί να αρνηθεί την αναισθησία. Μπορεί να ασκήσει κριτική. Να αποδώσει ευθύνες. Να μας επιστρέψει από τον αριθμό στο πρόσωπο. Από την είδηση στον άνθρωπο. Από τη βιαιότητα στις υψηλές αξίες.
Μέσα σε μια συλλογή που γνωρίζει τόσο καλά την απώλεια, και μέσα σε μια εποχή σημαδεμένη από τραγωδίες και πολέμους, η ερώτηση αποκτά άλλο βάρος. Υπάρχει ακόμη χαρά; Μπορούμε να την αναγνωρίσουμε; Μπορούμε να την υπερασπιστούμε χωρίς να αγνοούμε τον πόνο; 
Η απάντηση έρχεται με το ποίημα 

 Γιατί η ζωή στην ποίηση της Βαρβάρας δεν παρουσιάζεται εξωραϊσμένη. Περιέχει φθορά, απουσία, φόβο, αποχωρισμό. Κι όμως παραμένει πολύτιμη. Ίσως μάλιστα γίνεται πολύτιμη ακριβώς επειδή είναι εύθραυστη. Τα ρήματα κυριαρχούν , γιατί εδώ ο άνθρωπος δεν παραδίδεται παθητικά σε ό,τι του συμβαίνει. Πόσο δυνατή και αιχμηρή η περιγραφή της εφηβείας; Πόσο ρεαλιστικές οι εικόνες; Στη «Ζωή», η Βαρβάρα Βαγιάκου-Βλαχοπούλου υπερασπίζεται το ανένταχτο της νεότητας. Όχι όμως ως εύκολη επαναστατικότητα ή ως επίδειξη. Αναρωτιέται τι αξία έχει ακόμη και το σύμβολο της εξέγερσης, όταν γίνεται αυτοϊκανοποίηση ή πόζα. Γι’ αυτό ζητά να «καταπολεμηθεί ο ψυχαναγκασμός» και να «θεμελιωθεί η αυτονομία». Οι «αχαρτογράφητοι ναοί της νιότης» γίνονται έτσι τόπος ελευθερίας που καμία ηλικία και κανένας χρόνος δεν μπορεί να 

Και αυτή θεωρώ ότι είναι η ουσία της επικαιρότητας στους Ερωδιούς. Η Βαρβάρα δεν γράφει «επίκαιρα» επειδή αναφέρεται απλώς σε γεγονότα της εποχής. Γράφει επίκαιρα επειδή θέτει ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: τι σημαίνει να παραμένεις άνθρωπος μέσα στην εποχή σου; Να μη συνηθίζεις τον πόνο. Να μη θεωρείς ξένη την απώλεια του άλλου. Να εξακολουθείς να αναζητάς το χρώμα της χαράς χωρίς να κλείνεις τα μάτια στο σκοτάδι. Εδώ, για μένα, βρίσκεται και η κοινωνική ευαισθησία της Βαρβάρας. Δεν γίνεται σύνθημα. Δεν γίνεται καταγγελία για την καταγγελία. Γίνεται ανθρώπινη εγρήγορση. Και τότε επιστρέφω στον ερωδιό. Στο πουλί που στέκεται ακίνητο και παρατηρεί. Σε μια εποχή που όλα περνούν αστραπιαία μπροστά από τα μάτια μας —ειδήσεις, εικόνες, τραγωδίες, πόλεμοι— η ποίηση κάνει το αντίθετο. Σταματά. Και μας ζητά να σταματήσουμε κι εμείς. Να κοιτάξουμε. Να αισθανθούμε. Να θυμηθούμε. Γιατί ίσως σήμερα η άρνηση να προσπεράσουμε τον πόνο του άλλου να είναι από μόνη της μια βαθιά πράξη ανθρωπιάς.
Θέλω όμως ολοκληρώνοντας να σταθώ ιδιαίτερα σε ένα ποίημα. Και να σταθώ περισσότερο. Γιατί υπάρχουν ποιήματα που τα διαβάζουμε ως μέρη μιας συλλογής και υπάρχουν ποιήματα που, όταν φτάσουμε σ’ αυτά, μας αναγκάζουν να γυρίσουμε πίσω και να ξανασκεφτούμε όσα διαβάσαμε.
Ένα τέτοιο ποίημα είναι, για μένα, το «Επιλογώ». «ΕΠΙΛΟΓΩ (ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ)». 

Θα μου επιτρέψετε  να σταθώ ακριβώς στη λέξη που επιλέγει η ποιήτρια. «Επιλογώ». Μια λέξη που δεν υπακούει στη συνηθισμένη γραμματική τάξη — και η ίδια η Βαρβάρα το γνωρίζει. Γι’ αυτό και σπεύδει, σχεδόν με ένα μικρό χαμόγελο προς τον αναγνώστη, να προσθέσει σε παρένθεση: «ποιητική αδεία». Η παρένθεση αυτή δεν είναι δευτερεύουσα. Είναι το κλειδί του τίτλου. Γιατί η ποιήτρια ζητά —ή μάλλον παίρνει— την ελευθερία να δημιουργήσει τη δική της λέξη. Μια λέξη που οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα ο «επίλογος». Ακούγεται, όμως, ακόμη πιο βαθιά, ο λόγος. Σαν να λέει: ο επίλογος υπάρχει — αλλά εγώ ακόμη λογώ, ακόμη μιλώ, ακόμη γράφω, ακόμη δίνω νόημα. Και τότε ο τίτλος γίνεται πολύ πιο σύνθετος. Η Βαρβάρα κάνει τον επίλογό της λόγο. Δεν λέει ότι εξουσιάζει το αναπόφευκτο. Διεκδικεί όμως το δικαίωμα να του δώσει λόγο. Να το ονομάσει. Να το κοιτάξει. Να το μετατρέψει σε ποίηση.
Η ποιήτρια ξέρει ότι «η μηχανή σιγά σιγά θα σταματήσει». Ξέρει ότι υπάρχει «ο σταθμός ο τελευταίος». Ξέρει ακόμη πως, όταν κάνει «ένα βήμα πίσω» για να συναντήσει τον εαυτό της στο παρελθόν, βρίσκεται παράδοξα «ένα βήμα μπροστά στο ανεπίστρεπτο». Δεν αρνείται τίποτε από αυτά. Τα γνωρίζει. Τα κοιτά κατάματα. Και ακριβώς εκεί γεννιέται το: Επιλογώ. Όχι ως άρνηση του τέλους. Αλλά ως άρνηση της παθητικότητας απέναντι στο τέλος. Η μηχανή κάποτε σταματά. «Έτσι βιώνουν τον επίλογο οι μηχανές.» Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μηχανή. Γιατί ο άνθρωπος, όσο υπάρχει, έχει μνήμη. Έχει συνείδηση. Έχει επιθυμία. Έχει αγάπη. Και πάνω απ’ όλα έχει λόγο. Μπορεί να μετατρέψει αυτό που ζει σε λέξη. Αυτό που χάνει σε μνήμη. Αυτό που φοβάται σε ερώτημα. Αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει σε νόημα. Ο άνθρωπος επιλογεί. Στέκεται απέναντι στον επίλογο και εξακολουθεί να γράφει. Και τότε φτάνουμε σ’ εκείνο το συγκλονιστικό:
«Ανυπόγραφα… υπογεγραμμένος.»
Ο επίλογος είναι «υπογεγραμμένος», γιατί το πεπερασμένο της ανθρώπινης ύπαρξης είναι δεδομένο. Και όμως παραμένει «ανυπόγραφος», γιατί δεν γνωρίζουμε τον τρόπο, τον χρόνο, τις τελευταίες σελίδες. Ανάμεσα όμως σ’ αυτά τα δύο —στο ανυπόγραφο και στο υπογεγραμμένο— βρίσκεται ακόμη ο άνθρωπος. Και βρίσκεται ακόμη ο λόγος. Εκεί ακριβώς κατοικεί το «Επιλογώ». Ένα ρήμα που κουβαλά μέσα του την επιλογή, τον λόγο και τον επίλογο. Και μέσα σ’ αυτή την ανορθόδοξη, ποιητικά ελεύθερη λέξη εγώ ακούω σχεδόν μια ολόκληρη στάση ζωής: Δεν μπορώ να ακυρώσω τον επίλογο. Μπορώ όμως, όσο υπάρχω, να του αντιτάσσω τον λόγο.
Κι ίσως αυτή να είναι τελικά η βαθύτερη «ποιητική αδεία»: η άδεια που δίνει η ποίηση στον άνθρωπο να συνεχίζει να δημιουργεί νόημα ακόμη και μπροστά στο ανεπίστρεπτο.
Και εδώ, αγαπημένη μου κ. Βαρβάρα, θέλω να σας πω κάτι πολύ προσωπικό.
Ίσως επειδή έχω παρουσιάσει τόσα βιβλία σας, το «Επιλογώ» με αγγίζει ακόμη περισσότερο. Γιατί γνωρίζοντας τη διαδρομή σας μέσα από τα βιβλία σας, δεν μπορώ να διαβάσω τη λέξη «Επιλογώ» σαν μια ουδέτερη ποιητική λέξη. Με κάνει να αισθάνομαι τον χρόνο. Τον δικό σας δημιουργικό χρόνο. Τον δικό μου αναγνωστικό χρόνο πάνω από τα βιβλία σας. Τον χρόνο που πέρασε από παρουσίαση σε παρουσίαση, από βιβλίο σε βιβλίο, από συνάντηση σε συνάντηση. Και τότε καταλαβαίνω κάτι που ίσως δεν είχα συνειδητοποιήσει όταν παρουσίαζα το πρώτο σας βιβλίο: τα βιβλία μετρούν κι αυτά τον χρόνο μας. Γίνονται σταθμοί. Θυμόμαστε πού ήμασταν όταν τα διαβάσαμε. Ποιοι ήμασταν. Τι μας απασχολούσε. Ποιοι άνθρωποι βρίσκονταν ακόμη δίπλα μας. Και έτσι, παρουσιάζοντας σήμερα τους Ερωδιούς, δεν κοιτάζω μόνο τη δική σας συγγραφική διαδρομή. Κοιτάζω, αναπόφευκτα, και ένα κομμάτι της κοινής μας διαδρομής μέσα στον χρόνο. Γι’ αυτό δεν θέλω να διαβάσω το «Επιλογώ» ως αποχαιρετισμό. Θέλω να τον διαβάσω ως επίγνωση. Ως εκείνη τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος κοιτάζει όσα πέρασαν και, αντί να πει απλώς «τελείωσαν», λέει:
«Υπήρξαν.
Τα έζησα.
Τα αγάπησα.
Με άλλαξαν.
Και τώρα τα κάνω λόγο για να μην τα παραδώσω αμαχητί στη λήθη.»
Αυτό, για μένα, είναι το «Επιλογώ». Όχι η τελεία. Αλλά η στιγμή που, λίγο πριν από την τελεία, καταλαβαίνουμε επιτέλους το βάρος όσων γράφτηκαν πριν από αυτήν. Και ίσως αυτή να είναι η πιο βαθιά συγκίνηση που μου αφήνει η ποίησή σας: ότι μας θυμίζει πως δεν έχουμε εξουσία πάνω στον χρόνο. Έχουμε όμως ευθύνη απέναντι στον χρόνο που μας δόθηκε. Να τον ζήσουμε. Να τον αγαπήσουμε. Να τον μοιραστούμε. Και, αν μπορούμε, να τον κάνουμε λέξη.
Φτάνοντας προς το τέλος, θα μου επιτρέψετε να αφήσω για λίγο στην άκρη την ιδιότητα της παρουσιάστριας. Κάθε φορά που παρουσίαζα ένα βιβλίο της Βαρβάρας Βαγιάκου Βλαχοπούλου προσπαθούσα  να τα κάνω με την προσοχή και τον σεβασμό που οφείλουμε σε κάθε δημιουργό και στο έργο του. Μόνο που στην περίπτωσή της υπάρχει για μένα κάτι ακόμη. Κάτι βαθιά προσωπικό. Πίσω από τα βιβλία, πίσω από την ποιήτρια, υπάρχει ένας άνθρωπος που αγαπώ και εκτιμώ βαθιά. Και ίσως γι’ αυτό κάθε παρουσίαση βιβλίου της είναι για μένα χαρά, αλλά και ευθύνη. Γιατί όταν αγαπάς τον άνθρωπο που έχει γράψει τις λέξεις, πρέπει να προσέξεις διπλά. Να μην αφήσεις την αγάπη σου να σε κάνει επιεική αναγνώστρια. Αλλά να την αφήσεις να σε κάνει προσεκτικότερη. Να σκύψεις περισσότερο πάνω στη λέξη. Να αναζητήσεις τη λεπτομέρεια. Να αφουγκραστείς τη σιωπή ανάμεσα στους στίχους. Να προσπαθήσεις να καταλάβεις όχι μόνο τι λέει ένα ποίημα, αλλά και τι κόστισε για να ειπωθεί. Και αυτό προσπάθησα να κάνω και με τους Ερωδιούς.
Η ίδια, με μια τρυφερότητα που με συγκινεί κάθε φορά, με κρατά σε ξεχωριστή θέση μέσα στην καρδιά της. Κι εγώ τη θέση αυτή την κρατώ με ευγνωμοσύνη. Γιατί υπάρχουν συγγένειες που μας δίνονται από τη ζωή. Και υπάρχουν κι εκείνες οι σπάνιες συγγένειες που δημιουργούνται αργότερα, όταν δύο άνθρωποι αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλον κάτι που δεν χρειάζεται να έχει κοινό αίμα για να είναι αληθινό.
Ίσως γι’ αυτό και οι δύο ερωδιοί του εξωφύλλου αποκτούν, αυτή τη στιγμή, μέσα μου ακόμη μία σημασία. Δύο ξεχωριστές υπάρξεις. Δύο διαφορετικές διαδρομές. Κι όμως στραμμένες η μία προς την άλλη. Και ανάμεσά τους όχι το κενό της απόστασης, αλλά ο χώρος της σχέσης. Ένας χώρος όπου χωρούν η εκτίμηση, η εμπιστοσύνη, η τρυφερότητα, ο σεβασμός. Και η αγάπη. Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μου έχουν χαρίσει τα βιβλία της Βαρβάρας: ότι πίσω από τις λέξεις τους βρήκα έναν άνθρωπο. Και ότι αυτός ο άνθρωπος μου έκανε την τιμή να με χωρέσει στη ζωή του με έναν τόσο τρυφερό τρόπο. Γι’ αυτό η αγάπη μου δεν μειώνει τον σεβασμό μου. Τον μεγαλώνει. Και ο σεβασμός μου δεν κρατά την αγάπη σε απόσταση. Της δίνει το μέτρο που της αξίζει. Κι αν σήμερα προσπάθησα να μιλήσω για τους Ερωδιούς με τόση προσοχή, είναι γιατί πιστεύω πως αυτός είναι ίσως ο ουσιαστικότερος τρόπος να τιμήσουμε έναν δημιουργό: όχι απλώς να του πούμε ότι τον αγαπάμε, αλλά να του δείξουμε ότι τον διαβάσαμε. Ότι σταθήκαμε στις λέξεις του. Ότι ακούσαμε τις σιωπές του. Ότι αναγνωρίσαμε τον κόπο, τη μνήμη, την ευαισθησία και την αλήθεια που εμπιστεύτηκε στη σελίδα.
Εύχομαι στους «Ερωδιούς» να πετάξουν μακριά. Να βρουν αναγνώστες που θα σταθούν για λίγο μαζί τους στην όχθη. Που θα κοιτάξουν μαζί τους το νερό του χρόνου να περνά. Που θα θυμηθούν. Που θα συγκινηθούν. Που θα αναρωτηθούν. Αγαπημένη μας,  να συνεχίσετε να κοιτάζετε προσεκτικά τον κόσμο, να ακούτε όσα οι άλλοι προσπερνούν, και να σώζετε, μέσα στις λέξεις, ό,τι αξίζει να μη λησμονηθεί.
Ευγνώμων για όσα μου έχετε χαρίσει.